Advertisements

SUDEP και καρδιακές αρρυθμίες

Ο όρος αιφνίδιος απρόσμενος θάνατος στην επιληψία (sudden unexpected death in epilepsy – SUDEP) περιγράφει μια καταστροφική κατάσταση, κατά την οποία το άτομο με επιληψία πεθαίνει απρόσμενα χωρίς προφανή αιτία. Η κατάσταση αυτή προσβάλλει 500 έως 1000 άτομα στο Ηνωμένο Βασίλειο κάθε χρόνο και οι ασθενείς με σοβαρές συνδρομικές μορφές επιληψίας (λ.χ. σύνδρομο Dravet) είναι σε ιδιαίτερο κίνδυνο. Ο SUDEP θεωρείται ότι οφείλεται σε διαταραχές του καρδιακού ρυθμού (αρρυθμίες) και της αναπνοής. Και τα δύο αυτά βρίσκονται υπό τον αυτόματο έλεγχο ενός τμήματος του νευρικού συστήματος που ονομάζεται αυτόνομο νευρικό σύστημα.

Οι μηχανισμοί που εμπλέκονται στο SUDEP δεν είναι ακόμα γνωστοί και η έρευνα συνεχίζεται. Υπάρχει η ελπίδα ότι σύντομα οι επιστήμονες θα μπορούν να προσδιορίζουν στοιχεία της αυτόνομης λειτουργίας ενός ατόμου που το θέτει σε αυξημένο κίνδυνο για SUDEP. Στην περίπτωση αυτή, θα μπορούν να διερευνούν πιθανούς τρόπους παρέμβασης και (ελπίζουμε) πρόληψης του SUDEP στα άτομα αυτά.

Σε μια πρόσφατη μελέτη, ερευνητές από το Michigan διερεύνησαν το ρόλο των καρδιακών αρρυθμιών στο SUDEP χρησιμοποιώντας ένα ζωικό μοντέλο με σύνδρομο Dravet. Τα άτομα με σύνδρομο Dravet έχουν μια μετάλλαξη σε ένα γονίδιο, γνωστό ως SCN1Α, το οποίο κωδικοποιεί ένα είδος διαύλων ιόντων νατρίου που βρίσκονται τόσο στον εγκέφαλο όσο και στην καρδιά. Το αποτέλεσμα είναι μια βαριά μορφή φαρμακοανθεκτικής επιληψίας.

Κατά τη διάρκεια της μελέτης η ομάδα χρησιμοποίησε πειραματόζωα που έφεραν την ανθρώπινη μετάλλαξη του συνδρόμου Dravet στο SCN1A, προκαλώντας την εμφάνιση μιας κατάστασης παρόμοιας με το σύνδρομο. Όταν τα ζώα ήταν ηλικίας 15-21 ημερών, τοποθετήθηκε σε αυτά μια ασύρματη συσκευή ΗΚΓ για να καταγράφει την καρδιακή δραστηριότητας για μια περίοδο δύο εβδομάδων. Μια ομάδα υγειών ζώων (παρόμοιας ηλικίας) τέθηκε επίσης υπό παρακολούθηση με τον ίδιο τρόπο για σύγκριση. Στη δεύτερη φάση της μελέτης, λήφθηκαν μεμονωμένα κύτταρα μυοκαρδίου (μυοκυτταρα) τόσο από τους ποντικούς με σύνδρομο Dravet όσο και από τους υγιείς ποντικούς για σύγκριση.

Οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι τα μυοκύτταρα των ζώων με σύνδρομο Dravet ήταν περισσότερο ευερέθιστα από ότι αυτά των φυσιολογικών και η ηλεκτρική τους δραστηριότητα (που απαιτείται για την παραγωγή των καρδιακών παλμών) ήταν διαταραγμένη. Πιο σημαντικό ήταν ότι κατάφεραν να παρατηρήσουν το πώς διαταρασσόταν η λειτουργία τους, κάτι που είναι ζωτικό για τον σχεδιασμό τυχόν παρεμβάσεων. Όταν εξέτασαν τις αύρματες καταγραφές ΗΚΓ, ο ιερευνητές βρήκαν ότι αυτές της ομάδας με το σύνδρομο Dravet εμφάνιζαν μια σειρά ανωμαλιών του καρδιακού ρυθμού – όπως παρατεταμένους ή επιπλέον παλμούς, κυμαινόμενους παλμούς, καρδιακό σπασμό και καρδιακή επιβράδυνση. Δύο από τα ζώα με σύνδρομο Dravet υπέστησαν αιφνίδιο θάνατο κατά τη διάρκεια της περιόδου παρακολούθησης και ο θάνατος και στα δύο ακολούθησε μετά από επεισόδιο έντονης αρρυθμίας.

Τα ευρήματα αυτά υποστηρίζουν σθεναρά ότι η μη φυσιολογική καρδιακή δραστηριότητας μπορεί να συμβάλλει στην εμφάνιση SUDEP. Επιπλέον, μας παρέχουν στοιχεία για τη φύση των καρδιακών αυτών ανωμαλιών και, μελλοντικά, αυτό θα μπορούσε να βοηθήσει τους γιατρούς να προσδιορίσουν τα άτομα με υψηλό κίνδυνο SUDEP (και για τον λόγο αυτό να λάβουν επιπλέον προφυλάξεις). Τελικός στόχος είναι η αναγνώριση όλων των ανωμαλιών (στην καρδιά και αλλού) που συνδέονται με τον SUDEP και ο σχεδιασμός παρεμβάσεων που θα προλαμβάνουν την εμφάνισή του. Η μελέτη αυτή μας φέρνει κατά ένα βήμα πιο κοντά στον στόχο αυτό.

Πηγή

Advertisements

Η λεβετιρακετάμη στην εγκυμοσύνη – Νεότερα στοιχεία

Για τις γυναίκες με επιληψία, ο έλεγχος των κρίσεων κατά τη διάρκειας μιας εγκυμοσύνης είναι πολύ σημαντικός. Ωστόσο, η έκθεση σε ορισμένα αντιεπιληπτικά φάρμακα (ΑΕΦ) μπορεί να είναι επιβλαβής για την ανάπτυξη των εμβρύων. Για τον λόγο αυτό ο σχεδιασμός της εγκυμοσύνης στις γυναίκες αυτές συνοδεύεται από ορισμένες πολύ δύσκολες αποφάσεις και θα πρέπει να λαμβάνουν πάντα τη συμβουλή ενός ειδικού.

Διάφορες μελέτες έχουν διερευνήσει  συγκεκριμένα ΑΕΦ για ανεπιθύμητες ενέργειες, αλλά έως τώρα δεν έχει βρεθεί το «ιδανικό» φάρμακο για την εγκυμοσύνη. Ακόμα και είχε βρεθεί ωστόσο, δεν θα ωφελούσε τους πάντες, φυσικά, καθώς ορισμένες γυναίκες δεν θα ανταποκρίνονταν σε αυτό. Υπάρχουν ακόμα πολλά κενά στον τομέα αυτό, κάτι που καθιστά την λήψη αποφάσεων ιδιαίτερη πρόκληση.

Τι γνωρίζουμε λοιπόν για τα ΑΕΦ και την εγκυμοσύνη; Παρακάτω θα βρείτε μια γενική σύνοψη των έως σήμερα στοιχείων:

Η έκθεση στα παλαιότερα ΑΕΦ, όπως η φαινοβαρβιτάλη, η φαινυντοΐνη, η καρβαμαζεπίνη και (ειδικά) το βαλπροϊκό οξύ, έχει δειχθεί  ότι αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρών συγγενών διαταραχών, περιλαμβανομένης της δισχιδούς ράχης και της υπερωιοσχιστίας. Ωστόσο, αυτό δεν έχει βρεθεί να ισχύει για τα νεότερα ΑΕΦ, όπως η λαμοτριγίνη, η οξκαρβαμαζεπίνη, η τοπιραμάτη, η γκαμπαπεντίνη και η λεβιτιρακετάμη. Ωστόσο, μπορεί να υπάρχει κάποιος κίνδυνος για μικρότερες διαταραχές, μιας και το ενδεχόμενο αυτό δεν έχει διερευνηθεί.

Μια σειρά μελετών έχουν συνδέσει επίσης την έκθεση σε βαλπροϊκό οξύ (αλλά όχι σε φαινυντοΐνη ή καρβαμαζεπίμη) ενδομητρίως με κίνδυνο καθυστέρησης της γλωσσικής και γνωστικής ανάπτυξης (και πραγματικά οι ιατρικές οδηγίες συστήνουν την αποφυγή του βαλπροϊκού οξέος κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, αν είναι εφικτό). Τα υπάρχοντα δεδομένα είναι προς το παρόν ελλιπή για τα νεότερα ΑΕΦ, αν και η λαμοτριγίνη έχει μελετηθεί και αναφερθεί ως «ασφαλής». Δυστυχώς ωστόσο, η λαμοτριγίνη έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο κρίσεων κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (οι συνέπειες των οποίων στο αγέννητο ακόμα μωρό μένει να διερευνηθούν).

Η λεβετιρακετάμη προτείνεται αρκετά συχνά από τους ειδικούς για την εγκυμοσύνη, αλλά στην πραγματικότητα υπάρχουν ανεπαρκή αξιόπιστα δεδομένα για τη σύσταση αυτή. Για να αντιμετωπίσουν το θέμα αυτό, ερευνητές από το Liverpool και το Belfast μελέτησαν τις επιπτώσεις της έκθεσης σε λεβετιρακετάμη στην όψιμη γνωστική και γλωσσική ανάπτυξη και τις συνέκριναν με την ανάπτυξη παιδιών που γεννήθηκαν από γυναίκες που δεν έπασχαν από επιληψία και δεν λάμβαναν φάρμακα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (δείκτες). Η ομάδα εξέτασε επίσης παιδιά που γεννήθηκαν από γυναίκες που λάμβαναν βαλπροϊκό οξύ κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης για σύγκριση με την ομάδα της λεβετιρακετάμης.

Η μελέτη συμπεριέλαβε συνολικά 248 παιδιά ηλικίας μεταξύ 3 και 4,5 ετών από όλο το Ηνωμένο Βασίλειο. Πενήντα τρία από τα παιδιά είχαν εκτεθεί σε λεβετιρακετάμη ενδομητρίως, 44 είχαν εκτεθεί σε βαλπροϊκό οξύ και 151 ήταν δείκτες. Οι γνωστικές και γλωσσικές ικανότητες όλων των παιδιών εκτιμήθηκαν με χρήση τυπικών κλιμάκων μέτρησης – την Griffiths Mental Development Scales και την Reynell Language Development Scale. Στις κλίμακες αυτές, η βαθμολογία, διορθωμένη ως προς την ηλικία, κυμαινόταν από 50-150, με το εύρος από 85-115 να αποτελεί το «φυσιολογικό». Οι μέσες βαθμολογίες από την κάθε ομάδα υπολογίστηκαν (για κάθε εξέταση) και χρησιμοποιήθηκαν στατιστικές μέθοδοι για τις σχετικές συγκρίσεις.

Όταν εξετάσθηκαν τα δεδομένα, η ομάδα βρήκε ότι τα παιδιά που είχαν εκτεθεί σε λεβετιρακετάμη πριν την γέννησή τους δεν διέφεραν από τους δείκτες σε καμιά από τις πραγματοποιηθείσες εξετάσεις. Για το λόγο αυτό, όταν συγκρίθηκαν οι ομάδες του βαλπροϊκού και της λεβετιρακετάμης, η ομάδα του βαλπροϊκού οξέος σημείωσε, κατά μέσο όρο, 15,8 βαθμούς χαμηλότερα για τις αδρές κινητικές ικανότητες (τις ικανότητες ελέγχου μεγάλου μυικών ομάδων που απαιτούνται για τη βάδιση, το τρέξιμο κλπ), 6,4 βαθμούς λιγότερους στην γλωσσική κατανόηση και 9,5 βαθμούς λιγότερους στη γλωσσική έκφραση.

Τα αποτελέσματα αυτά είναι ευπρόσδεκτα, καθώς υποστηρίζουν ότι η λήψη της λεβετιρακετάμης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δεν θέτει την μελλοντική γνωστική και γλωσσική ανάπτυξη του εμβρύου σε κίνδυνο. Αυτό μαζί με προηγούμενα στοιχεία (ότι η λεβετιρακετάμη δεν συνδέεται με μείζονες συγγενείς διαταραχές), είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό για τις νέες γυναίκες που απαντάνε στην λεβετιρακετάμη. Απαιτείται περισσότερη έρευνα για να ελεγχθεί να η λεβετιρακετάμη δεν έχει άλλες παρενέργειες από αυτές που μελετήθηκαν. Ωστόσο, οι ειδικοί θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν τις νέες αυτές πληροφορίες, όταν βοηθούν τις γυναίκες με επιληψία να προγραμματίσουν τις εγκυμοσύνες τους.

Πηγή

Στοματική υγεία και επιληψία

Ασθενείς με ανθεκτική επιληψία είχαν χειρότερη στοματική υγιεινή και μη υγιή ούλα συγκριτικά με ενήλικες χωρίς τη νόσο, σύμφωνα με μια πρόσφατη μελέτη. Επίσης, η συχνότητας της ουλίτιδας και της περιοδοντίτιδας αυξάνονταν με τη συχνότητα των κρίσεων, όπως παρατήρησε ο Dr Andre L.F. Costa και οι συνεργάτες του Πανεπιστημίου του Sao Paolo στη Βραζιλία.

Υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις ότι οι ασθενείς με επιληψία έχουν κακή στοματική υγιεινή, σημειώνουν ο Dr Costa και η ομάδα του στην δημοσίευση τους στο Seizure, αλλά η σχέση μεταξύ του φτωχού ελέγχου των κρίσεων και της οδοντικής υγιεινής δεν έχει διερευνηθεί.

Στη μελέτη τους, οι ερευνητές συμπεριέλαβαν 109 διαδοχικούς ασθενείς με επιληψία που προσήλθαν στα εξωτερικά ιατρεία. Οι σύντροφοι των ασθενών ή άλλα μέλη της οικογένειας λειτούργησαν ως ομάδα ελέγχου. Μεταξύ των ασθενών, το 84,4% είχε πτωχή στοματική υγιεινή (ορισμένη ως εμφάνιση πλάκας στα ούλα και την επιφάνεια των δοντιών) έναντι του 57% της ομάδας ελέγχου που περιλάμβανε 100 μέλη. Ουλίτιδα παρατηρήθηκε στο 56,9% των ασθενών έναντι του 25% των δεικτών, ενώ το 47,7% των ασθενών και το 19% των δεικτών είχαν περιοδοντίτιδα.

Η πιθανότητα κακής στοματικής υγιεινής και ουλίτιδας αυξανόταν με την ηλικία του ασθενή. Οι συμμετέχοντες της μελέτης που βούρτσιζαν τα δόντια τους περισσότερο από μια φορά την ημέρα ήταν κατά 25 φορές λιγότερο πιθανό να έχουν κακή στοματική υγιεινή, οχτώ φορές λιγότερο πιθανό να εμφανίζουν περιοδοντίτιδα και 20 φορές λιγότερο πιθανό να έχουν ουλίτιδα συγκριτικά με ασθενείς που βούρτσιζαν τα δόντια τους λιγότερο συχνά.

Η συχνότητα κρίσεων των ασθενών ποίκιλε από καμία έως 15 τον μήνα, με μέσο όρο της 2,8 ανά μήνα. Η συχνότητα των κρίσεων σχετιζόταν με τη κακή στοματική υγιεινή (p=0.010), την ουλίτιδα (p<0.001) και την περιοδοντική νόσο (p<0.001).

21% των ασθενών εμφάνιζε υπερπλασία των ούλων, εκ των οποίων όλοι λάμβαναν φαινυντοΐνη, η οποία έχει συσχετισθεί με υπερπλασία ούλων. Οι ασθενείς που λάμβαναν φαινυντοΐνη είχαν περισσότερο από 12 φορές αυξημένο κίνδυνο ουλίτιδας και τρεις φορές  αυξημένο κίνδυνο περιοδοντίτιδας.

«Οι ασθενείς με μη ελεγχόμενες κρίσεις είχαν σοβαρούς περιορισμούς στον τρόπο ζωής τους με σωματικούς κινδύνους και ψυχολογικές και κοινωνικοοικονομικές συνέπειες», δήλωσε ο Dr Costa στον Reuters Health μέσω mail. «Η νόσος είναι τόσο απαιτητική που η στοματική υγεία αφήνεται σε δεύτερη μοίρα με ανεπαρκή οδοντιατρική μέριμνα (ενίοτε χωρίς καθόλου οδοντιατρική φροντίδα). Οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει να παραπέμπονται για οδοντιατρική εκτίμηση και θεραπεία το συντομότερο μόλις διαγνωσθούν από τους γιατρούς τους», καταλήγει.

Πηγή

Μη μένεις απαθής! Βοήθησε και εσύ στην ενημέρωση για την επιληψία!!

voluntarismΗ ιστοσελίδα ξεκίνησε να λειτουργεί με σκοπό την ενημέρωση των ασθενών, αλλά και του ευρύτερου κοινού, καθώς και επαγγελματιών υγείας, σχετικά με την επιληψία. Τώρα, μπορούμε όλοι μαζί να συμβάλλουμε στη λειτουργία και την επέκταση της ιστοσελίδας! Είτε πάσχετε από τη νόσο, είτε εργάζεστε με άτομα που πάσχουν από αυτή είτε απλά ενδιαφέρεστε για τις εξελίξεις και την ενημέρωση στο χώρο αυτό μπορείτε και εσείς να συμμετάσχετε ενεργά, συνεργαζόμενοι εθελοντικά με τον ιστότοπο. Ανεβάστε δικά σας ενημερωτικά κείμενα, νέες ειδήσεις και έρευνες ή ότι άλλο θεωρείται σχετικό στην ιστοσελίδα.

Ας βοηθήσουμε όλοι να επεκτείνουμε τον ιστότοπο αυτό και να τον μετατρέψουμε σε πανελλήνιο portal ενημέρωσης και συνάντησης όλων των ανθρώπων που κινούνται στο χώρο της επιληψίας!!!!

Για το σκοπό αυτό επικοινωνήστε στο epilepsyportal@hotmail.com για να έρθετε σε επαφή με τους χειριστές του χώρου, προτείνοντας τις ιδέες σας ή για να συνεργαστείτε στην ομαλή λειτουργία της πύλης αυτής!!

Αντιεπιληπτικά φάρμακα και φλεγμονώδεις αντιδράσεις

glial cellΕνώ ορισμένα αντιεπιληπτικά φάρμακα (ΑΕΦ) εμποδίζουν τις φλεγμονώδεις αντιδράσεις στον εγκέφαλο – οι οποίες θεωρούνται ένας πιθανός παράγοντας κινδύνου για κρίσεις – αλλά μπορεί στην πραγματικότητα να τις προκαλούν, σύμφωνα με Γερμανούς ερευνητές.

Μια ομάδα του Πανεπιστημίου Ruhr στο Bochum, της οποίας τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Epilepsia, μελέτησε τη δράση μιας σειράς φαρμάκων που χορηγούνται στην αντιμετώπιση της επιληψίας σε μια καλλιέργεια γλοιακών κυττάρων. Αυτά αποτελούν την μεγαλύτερη ομάδα κυττάρων στον εγκέφαλο παίζοντας σημαντικό ρόλο στην παροχή θρεπτικών συστατικών και οξυγόνου στα νευρικά κύτταρα και στην σχηματικό της μυελίνης, καθώς επίσης και στη ρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος και των φλεγμονωδών αντιδράσεων.

Ερευνητές του Τμήματος Νευροανατομίας και Μοριακής Έρευνας του Εγκεφάλου και της ομάδας εργασίας Κλινικής Νευροανατομίας του πανεπιστημίου, υπό τους Hannes Dambach και Pedro Faustmann, έλεγξαν το αν τα γλοιακά κύτταρα επηρεάζονται μετά από θεραπεία με βαλπροϊκό οξύ, γκαμπαπεντίνη, φαινυντοΐνη και καρβαμαζεπίνη. Όταν εκτέθηκαν στα δύο πρώτα φάρμακα, τα κύτταρα αυτά εμφάνισαν μεγαλύτερες πιθανότητες επιβίωσης από ότι όταν χορηγήθηκε φαινυντοΐνη και καρβαμαζεπίνη, σύμφωνα με τους ερευνητές. Αυτό κανονικά σημαίνει ότι το βαλπροϊκό οξύ και η γκαμπαπεντίνη είναι λιγότερο πιθανό να προκαλέσουν φλεγμονώδεις αντιδράσεις στον εγκέφαλο από ότι τα άλλα δύο φάρμακα, αλλά στην περίπτωση του πρώτου η ομάδα των ερευνητών ανακάλυψε πως είχε μια ήπια προφλεγμονώδη δράση. Επιπλέον, παρά το ότι η καρβαμαζεπίνη μείωσε τις πιθανότητες επιβίωσης των γλοιακών κυττάρων, βρέθηκε ότι προκαλούσε μειωμένες φλεγμονώδεις αντιδράσεις. Σε όλες τις περιπτώσεις, το ποσό της δόσης που χορηγήθηκε επηρέασε το βαθμό κατά τον οποίο ο νευρικός ιστός εμφάνισε φλεγμονή.

Αναλύοντας τα ευρήματα της μελέτης, ο καθηγητής Faustmann σχολίασε: «Οι κλινικές μελέτες δεν θα πρέπει να εστιάζουν μόνο στο ερώτημα για το πόσο επηρεάζουν τα ΑΕΦ τη βαρύτητα και τη συχνότητα των επιληπτικών κρίσεων. Είναι επίσης απαραίτητο να ελέγχονται και ως προς το ρόλο που παίζουν στις φλεγμονώδεις αντιδράσεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα». Οι ερευνητές καταλήγουν στο ότι οι γιατροί θα πρέπει να λαμβάνουν την φλεγμονώδη κατάσταση του ασθενή υπόψη πριν χορηγήσουν κάποιο φάρμακο για έλεγχο των κρίσεών του.

Πηγή

Νέος τρόπος δοκιμής αντιεπιληπτικών φαρμάκων

Ένας νέος τρόπος ελέγχου της αποτελεσματικότητας των αντιεπιληπτικών θεραπειών αναπτύχθηκε από επιστήμονες του ΗΒ και του Καναδά. Ειδικοί του Πανεπιστημίου του Southampton συνεργάστηκαν με μια ομάδα από το Πανεπιστήμιο του Quebec στο Μόντρεαλ σε μια προσπάθεια δημιουργίας ενός αποτελεσματικότερου τρόπου δοκιμής φαρμακευτικών προϊόντων.

Θεωρείται ότι η νέα μέθοδος είναι σημαντική, καθώς οι επιστήμονες έπρεπε παραδοσιακά να χρησιμοποιούν διαύλους ιόντων σε ζωντανές κυτταρικές μεμβράνες για να δοκιμάζουν φάρμακα, κάτι που μπορεί να είναι «μια αργή και ακριβή διαδιακασία».

Ο Dr Philip Williamson, ένας ειδικός των επιστημών ζωής του Πανεπιστημίου του Southampton, σχολίασε: «Η νέα αυτή τεχνολογία ανοίγει δρόμους για έλεγχο των φαρμάκων, αναγνώριση νέων στοιχείων και προσδιορισμό ενεργειών του φαρμάκου πέραν του σημείο δράσης του. Οι ενέργειες αυτές είναι κύρια επιπλοκή στον σχεδιασμό νέων φαρμάκων και πολλά έχουν αποσυρθεί από κλινικές δοκιμές προχωρημένων σταδίων». Αυτό, σημειώνει, συμβαίνει συχνά λόγω της αναστολής του τασεοεξαρτώμενου διαύλου hERG στην καρδιά, που οδηγεί σε καρδιοτοξικές δράσεις. Ο Dr Williamson συνεχίζει σημειώνοντας πως τα ευρήματα της πρόσφατης αυτής μελέτης θα βοηθήσουν στην βελτιστοποίηση της διαδικασίας ανακάλυψης φαρμάκων στο μέλλον.

Ο Dr Maurits de Planque του Πανεπιστημίου του Southampton, που ήταν ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, προσέθεσε ότι η μέθοδος ελέγχου που δημιούργησε η ομάδα του είναι «σχετικά φθηνή». Σημειώνει πως οι επιστήμονες πειραματιζόταν με ακυτταρικά μείγματα στο παρελθόν, αλλά ισχυρίζεται ότι το ποσό τον ακριβών βιοχημικών ουσιών που χρειαζόταν έκανε τη μέθοδο μη οικονομική.

Ωστόσο, η πρόσφατη αυτή καινοτομία χρησιμοποιεί μέρος μόνο των απαιτούμενο ποσοτήτων, κάτι που σημαίνει ότι όλη η διαδικασία μπορεί να πραγματοποιηθεί πιο αποτελεσματικά ως προς το κόστος. Ο Dr De Planque ισχυρίζεται πως αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν «ο παραγόμενος δίαυλος τοποθετείται άμεσα σε μια μεμβράνη για έλεγχο του φαρμάκου». Οι ερευνητές ελπίζουν πως η μέθοδος αυτή θα βελτιώσει τον έλεγχο φαρμάκων σε πολλές άλλες παθήσεις πέραν της επιληψίας, περιλαμβανομένης της βαρείας μυασθένειας και της κυστικής ίνωσης.

Πηγή

Νέος εμφυτεύσιμος νευροδιεγέρτης για την επιληψία

Η Διεύθυνση Φαρμάκων και Τροφίμων των ΗΠΑ (FDA) ενέκρινε έναν εμφυτεύσιμο νευροδιεγέρτη που μειώνει τη συχνότητα των κρίσεων σε ασθενείς με επιληψία, στους οποίους η πάθησή τους δεν ελέγχεται αποτελεσματικά με φαρμακευτική αγωγή.

Η συσκευή, που καλείται RNS System (Neuropace, Inc), ανιχνεύει μη φυσιολογική ηλεκτρική δραστηριότητα και εκπέμπει μια θεραπευτική δόση ηλεκτρισμού πριν ο ασθενή εμφανίσει κρίση. Διαφέρει έτσι από άλλους νευροδιεγέρτες για άλλες παθήσεις που παρέχουν συνεχή ή προγραμματισμένη διέγερση.

Το RNS System εμφυτεύεται εντός του κρανίου κάτω από τα δέρμα. Τα 1 ή 2 ηλεκτρόδιά του τοποθετούνται κοντά στην επιληπτική εστία του ασθενή στον εγκέφαλο.

Η FDA βάσισε την απόφασή της σε μια κλινική δομικά που αφορούσε 191 ασθενείς με φαρμακοανθεκτική επιληψία  στους οποίους τοποθετήθηκε ή εμφυτεύσιμη συσκευή. Ωστόσο, η συσκευή τέθηκε σε λειτουργία στους μισούς μόνο ασθενείς. Μετά από 3 μήνες, οι ασθενείς με τον ενεργοποιημένο νευοδιεγέρτη εμφάνισαν σχεδόν κατά μέσο όρο 34% μείωση στον μέσο αριθμό κρίσεων τον μήνα. Στους ασθενείς με μη ενεργοποιημένες συσκευές, η μέση μείωση ήταν 19%. Το 29% των ασθενών με ενεργοποιημένη συσκευή είχαν τουλάχιστον κατά 50% μείωση του συνολικού αριθμού των κρίσεων συγκριτικά με το 27% των ασθενών με απενεργοποιημένες συσκευές.

Τον Φεβρουάριο, μια συμβουλευτική ομάδα 12 μελών της FDA πρότεινε την έγκριση του RNS System. Η πλειονότητα των μελών βρήκε τη συσκευή επωφελή και ότι τα οφέλη της ξεπερνούν τους κινδύνους της. Υπήρξε ομόφωνη απόφαση ότι το RNS System ήταν ασφαλές.

Η μόλυνση στην περιοχή της εμφύτευσης και η πρόωρη εξάντληση της μπαταρίας ήταν τα πιο συχνά ανεπιθύμητα συμβάντα που αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια της κλινικής δοκιμής.  Η FDA επισύρει την προσοχή στο ότι οι ασθενείς με το RNS System θα πρέπει να αποφεύγουν τις μαγνητικές τομογραφίες, τις επεμβάσεις διαθερμίας, την ηλεκτροσπασμοθεραπεία και τον διακρανιακό μαγνητικό ερεθισμό.

«Η ενέργεια που δημιουργείται από τις επεμβάσεις αυτές μπορεί να φτάσει στον νευροδιεγέρτη και να προκαλέσει μόνιμη εγκεφαλική βλάβη, ακόμα και όταν η συσκευή είναι απενεργοποιημένη», ανακοίνωσε η υπηρεσία σε δελτίο τύπου.

Περισσότερες πληροφορίες διαθέσιμες στην ιστοσελίδα της FDA.

Πηγή

Το σύνδρομο Warburg Micro φωτίζει τα αίτια της επιληψίας

Μια ομάδα επιστημόνων από το Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ προσδιόρισαν το γονίδιο που είναι υπεύθυνο για μια εξαιρετικά σπάνια αναπτυξιακή διαταραχή, γνωστή ως σύνδρομο Warburg Micro και η οποία καθιστά τους ασθενείς τυφλούς, παράλυτους και με νοητικά προβλήματα από πρώιμη ηλικία.

Πιστεύουν πως μελετώντας μεταλλάξεις του TBC1D20 – που σχετίζεται με τύφλωση και στειρότητα στους ποντικούς, αλλά που παλαιότερα δεν είχε σχετιστεί με την ανάπτυξη του ανθρώπου – οι ερευνητές μπορούν να μάθουν περισσότερα για παθήσεις όπως η επιληψία.

Σύμφωνα με ομάδες από το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και το Medical College του Wisconsin, μια ομάδα περισσοτέρων των 70 ασθενών με σύνδρομο Warburg Micro εμφάνισε πέντε διακριτές μεταλλάξεις απώλειας λειτουργικότητας στο γονίδιο αυτό, εμπλέκοντάς το ως αίτιο της νόσου.

«[Τα ευρήματα αυτά] προσφέρουν νέες πληροφορίες σχετικά με τα γονίδια και τις μοριακές οδούς που είναι θεμελιώδεις στην ανθρώπινη ανάπτυξη  και σχετίζονται με πιο συχνές αναπτυξιακές διαταραχές [από το σύνδρομο Warburg Micro], όπως η επιληψία και ο αυτισμός», σχολίασε ο Dr Sidjanin, αναπληρωτής καθηγητής κυτταρικής βιολογίας του κολλεγίου του Wisconsin και συγγραφέας της μελέτης.

Οι επιστήμονες ελπίζουν να συνεχίσουν την έρευνά τους δημιουργώντας μοντέλα των μεταλλάξεων του TBC1D20 σε ιστούς καλλιεργημένους στο εργαστήριο, μαθαίνοντας περισσότερα σχετικά με τα υποκείμενα μοριακά συμβάντα που αλλάζουν τον τρόπο που αναπτύσσονται ο εγκέφαλος και το νευρικό σύστημα.

Πηγή

Αλλαγές των νευρωνικών δικτύων σε ασθενείς με επιληψία

Οι ασθενείς με την πλέον συχνή μορφή εστιακές επιληψίας έχουν διάχυτες, μη φυσιολογικές συνδέσεις στους εγκεφάλους τους, που θα μπορούσαν να προσφέρουν στοιχεία για τη διάγνωση και τη θεραπεία, σύμφωνα με μια νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο περιοδικό Radiology.

Η επιληψία του κροταφικού λοβού χαρακτηρίζεται από κρίσεις που ξεκινούν από τους κροταφικούς λοβούς, που βρίσκονται και στις δύο πλευρές του εγκεφάλου, ακριβώς πάνω από το αυτί. Παλαιότερα, οι ειδικοί θεωρούσαν πως η πάθηση αυτή σχετιζόταν με βλάβες δομών εντός του κροταφικού λοβού, όπως ο ιππόκαμπος. Πρόσφατες έρευνες, ωστόσο, εμπλέκουν το δίκτυο default mode (DMN), την ομάδα δηλαδή των εγκεφαλικών περιοχών που ενεργοποιούνται κατά τη διάρκεια ήρεμης ενδοσκόπησης και απενεργοποιούνται κατά τη διάρκεια συμπεριφορών με κάποιο στόχο. Το DMN αποτελείται από διάφορους κόμβους, που είναι περισσότερο ενεργοί σε φάση ηρεμίας.

Για να μάθουν περισσότερα, οι ερευνητές πραγματοποίησαν απεικόνιση εγκεφάλων με την τεχνική diffusion tensor imaging, ένα είδος μαγνητικής τομογραφίας που καταγράφει την κίνηση, ή διάχυση (diffusion), του νερού εντός της εγκεφαλικής λευκής ουσίας, δηλαδή των νευρικών ινών που μεταφέρουν σήματα σε όλον τον εγκέφαλο. Η ομάδα μελέτης αποτελούνταν από 24 ασθενείς με επιληψία αριστερού κροταφικού λοβού, οι οποίοι είχαν δρομολογηθεί για χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης της περιοχής από όπου ξεκινούσαν οι κρίσεις τους. Οι ερευνητές συνέκριναν τους ασθενείς αυτούς με 24 υγιείς δείκτες, χρησιμοποιώντας ένα πρωτόκολλο MRI προσανατολισμένο στην ανίχνευση οδών λευκής ουσίας με τεχνικές διάχυσης σε υψηλή ανάλυση. Τα δεδομένα αναλύθηκαν με μια νέα τεχνική που αναγνωρίζει και ποσοτικοποιεί τις δομικές συνδέσεις στον εγκέφαλο.

Οι ασθενείς με επιληψία του αριστερού κροταφικού λοβού εμφάνισαν μείωση της μακράς εμβέλειας συνδεσιμότητας κατά 22% έως 45% σε περιοχές του DMN συγκριτικά με τους υγιείς δείκτες.

«Χρησιμοποιώντας MRI διάχυσης, βρήκαμε αλλαγές στην δομική συνδεσιμότητα πέρα του έσω κροταφικού λοβού, ειδικά στο δίκτυο default mode», δήλωσε ο Steven M. Stufflebeam M.D. του Κέντρου Βιοϊατρικής Απεικόνισης Athinoula A. Martinos του Γενικού Νοσοκομείου Μασαχουσέτης στη Βοστώνη.

Επιπλέον της μειωμένης μακράς εμβέλειας συνδεσιμότητας, οι ασθενείς με επιληψία είχαν μια αύξηση κατά 85% έως 270% της τοπικής συνδεσιμότητας εντός και πέραν του DMN. Οι ερευνητές πιστεύουν ότι αυτό μπορεί να αποτελεί μια προσαρμογή στην απώλεια της μακράς εμβέλειας συνδεσιμότητας.

«Η αύξηση των τοπικών συνδέσεων μπορεί να αναπαριστά ένα παθολογικό μηχανισμό προσαρμογής, κατά τον οποίο διατηρούνται οι συνολικές νευρικές συνδέσεις, παρά την απώλεια συνδέσεων με σημαντικά άλλα κέντρα», υποστηρίζει ο Dr Stufflebeam.

Τα αποτελέσματα υποστηρίζονται από παλαιότερες μελέτες λειτουργικής MRI, που δείχνουν μειωμένη λειτουργική συνδεσιμότητα στις περιοχές του DMN στην επιληψία του κροταφικού λοβού. Οι ερευνητές δεν είναι βέβαιοι αν οι δομικές αλλαγές προκαλούν τις λειτουργικές αλλαγές ή συμβαίνει το αντίστροφο.

«Είναι πιθανώς η καταστροφή της μυελίνης, που είναι η μονωτική ουσία των νευρώνων, που προκαλεί μια επιβράδυνση της μετάδοσης των πληροφοριών, αλλά δεν ξέρουμε ακόμα με βεβαιότητα», λέει ο Dr Stufflebeam.

Ο Dr. Stufflebeam και οι συνεργάτες του σχεδιάζουν να συνεχίσουν την έρευνά τους, χρησιμοποιώντας δομική και λειτουργική MRI με ηλεκτροεγκεφαλογράφημα και μαγνητοεγκεφαλογράφημα για να ανιχνεύσουν αλλαγές της διάχυσης και να εξετάσουν την δραστηριότητα του εγκεφάλου σε πραγματικό χρόνο.

«Ο μακροπρόθεσμος στόχος μας είναι να εξετάσουμε αν μπορούμε να προβλέψουμε από μελέτες διάχυσης το ποιος θα ανταποκριθεί καλά σε μια χειρουργική επέμβαση», δήλωσε.

Πηγή

Μπορείτε να προβλέψετε τις κρίσεις σας;

epilepsyΣτο περιοδικό Epilepsia δημοσιεύεται από τον Dr Haut και τους συνεργάτες του μια εκπληκτική μελέτη, κατά την οποία χρησιμοποιήθηκε ένα ηλεκτρονικό ημερολόγιο για να εκτιμηθεί το αν μπορεί κανείς να προβλέψει μ μια επικείμενη κρίση του. Καθώς μια προηγούμενη ομάδα ασθενών με επιληψία κατάφερε επιτυχώς να προβλέψει για τον εαυτό της τις κρίσεις σε ένα έντυπο ημερολόγιο, οι ερευνητές πραγματοποίησαν την μελέτη με το ηλεκτρονικό ημερολόγιο για να εξασφαλίσουν ότι η πρόβλεψη προηγούνταν των κρίσεων και για να προσδιορίσουν τα χαρακτηριστικά αυτά, καθώς και το χρονικό πλαίσιο που σχετίζεται με την πρόβλεψη των κρίσεων από τον ασθενή.

Οι ασθενείς, οι οποίοι ήταν 18 ετών και άνω και έπασχαν από εστιακή επιληψία με περισσότερες από τρεις κρίσεις τον μήνα, κρατούσαν ένα ημερολόγιο κρίσεων στο οποίο κατέγραφαν πρόδρομα συμπτώματα, τη διάθεσή τους και όλες τους τις κρίσεις. Τα αποτελέσματα της μελέτης είχαν ως ακολούθως:

  • Κατά τη διάρκεια της μελέτης, 19 ασθενείς ανέφεραν ότι μπορούσαν επακριβώς να προβλέψουν τις κρίσεις τους.
  • Η πρόβλεψη ήταν περισσότερο ισχυρή εντός μιας χρονικής περιόδου 6 ωρών από την καταγραφή στο ημερολόγιο και παρέμενε σημαντική έως και 12 ώρες μετά. Η μέση ευαισθησία ήταν περίπου 50%.
  • Όσο μεγαλύτερος ηλικιακά ήταν ο ασθενής, τόσο πιθανότερο ήταν να μπορεί να προβλέψει επιτυχώς την κρίση.
  • Η εμφάνιση των κρίσεων, η ικανότητα πρόβλεψής τους από τον ασθενή, οι αλλαγές στη διάθεση και μια σειρά πρόδρομων συμπτωμάτων ήταν τα πιο σημαντικά προγνωστικά στοιχεία.

Οι συγγραφείς κατέληξαν  στο ότι:

  • Ορισμένα άτομα με επιληψία μπορούν να προβλέπουν τις κρίσεις τους, Στα άτομα αυτό, οι πιθανότητες μιας κρίσης μετά από μια θετική πρόβλεψη είναι αρκετά υψηλές και δεν αποδίδονται στην ανάμνηση μιας κρίσης, αλλά σχετίζονται περισσότερο με αυτεπίγνωση.
  • Ένα παράθυρο έξι ωρών για την πρόβλεψη μπορεί να είναι περισσότερο κατάλληλο για την εφαρμογή θεραπείας που μπορεί να χορηγηθεί για την πρόληψη μιας κρίσης στο διάστημα αυτό.

Πηγή

Αρχείο άρθρων

Ημερολόγιο

Δεν βρέθηκαν events για το άμεσο μέλλον

Ημερολόγιο άρθρων

Αύγουστος 2018
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ.    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031