Αρχική » Παιδιατρική

Category Archives: Παιδιατρική

Advertisements

Κοινωνικά προβλήματα σε νέα άτομα με επιληψία

Μια νέα μελέτη από τη Σουηδία ασχολήθηκε με τις μακροχρόνιες κοινωνικές δεξιότητες παιδιών με επιληψία. Ακόμα και τα παιδιά με «καλή λειτουργικότητα» τη στιγμή της διάγνωσης, εμφάνισαν κοινωνικά, συναισθηματικά και συμπεριφορικά προβλήματα.

Η μελέτη εξέταση την ανάπτυξη 31 παιδιών και νέων ατόμων με επιληψία. Τους παρακολούθησε για 10 χρόνια μετά την αρχική τους διάγνωση το 1997. Την στιγμή εκείνη, όλα τα παιδιά είχαν ταξινομηθεί από τους επαγγελματίες υγείας ως έχοντα καλή λειτουργικότητα.

Από τα 31 αυτά παιδιά, το 32% (περίπου το ένα τρίτο) είχαν ακόμα ενεργό επιληψία μια δεκαετία μετά τη διάγνωσή τους. Τα παιδιά αυτά εμφάνιζαν διαταραχές της προσοχής και σωματικά ενοχλήματα (ενοχλητικά συμπτώματα μεταξύ των οποίων και ο πόνος). Από τα νεαρά άτομα ηλικίας κάτω των 18 ετών, πάνω από το 85%  εμφάνιζε κάποιου είδους πρόβλημα με το σχολείο.

Εν τω μεταξύ, το 16% των παιδιών και των νέων ατόμων λάμβανε περισσότερα από ένα φάρμακα για την επιληψία. Η ερευνητική ομάδα ανακάλυψε ότι αυτό αύξανε τον πιθανό κίνδυνο για διαταραχές της προσοχής και αυξημένη επιθετικότητα.

Η ερευνητική ομάδα σημειώνει ότι απαιτείται περισσότερη έρευνα στον τομέα αυτό, για να μάθουμε περισσότερα σχετικά με την επιληψία και της σχέση της με άλλα κοινωνικά και ψυχολογικά προβλήματα. Σύμφωνα με την ομάδα, αυτό «θα μειώσει τον κίνδυνο χαμηλής αυτοεκτίμησης, κοινωνικού άγχους και κατάθλιψης στην πορεία της ζωής τους». Τα ευρήματα της μελέτης δημοσιεύθηκαν στην online έκδοση του περιοδικού European Journal of Paediatric Neurology με ημερομηνία 13 Φεβρουαρίου 2014.

 

Πηγή

Advertisements

Βιταμίνη Β6 και επιληπτικές κρίσεις

Μια πρόσφατη μελέτη υποθέτει ότι κρυφές, αλλά αντιμετωπίσιμες, ελλείψεις της βιταμίνης Β6 θα μπορούσαν να βρίσκονται πίσω από ανεξήγητες επιληπτικές κρίσεις σε μικρά παιδιά.

Ερευνητές του Τμήματος Νευροπαιδιατρικής του Πανεπιστημιακού Ιατρικού Κέντρου του Schleswig-Holstein στο Kiel της Γερμανίας παρατήρησαν πως ορισμένες περιγεννητικές κρίσεις προκαλούνται από μια σπάνια γενετική διαταραχή που οδηγεί σε σφάλματα του μεταβολισμού της Β6. Εξέτασαν το αν η ίδια μετάλλαξη εμφανίζεται και σε βρέφη με ανεξήγητη επιληψία, ελέγχοντας ένα δείγμα 113 ασθενών με γονίδια ALDH7A1 και PNPO.

Ένας ασθενής ελέγχθηκε θετικός – ένα παιδί με μια πάθηση που θύμιζε το σύνδρομο Dravet, μια σπάνια ανίατη μορφή της νόσου που χαρακτηρίζεται από σοβαρές κρίσεις και ένα σχετικά υψηλό ποσοστό απρόσμενου αιφνίδιου θανάτου στην επιληψία. Ο ασθενής αυτός εμφάνισε μεταλλάξεις στο ALDH7A1, τις οποίες οι ερευνητές πιστεύουν ότι βρίσκονται πίσω από τα συμπτώματα του.

«Οι «κρυφές» ελλείψεις της βιταμίνης Β6 μπορεί να είναι σπάνια αλλά θεραπεύσιμα αίτια ανερμήνευτων επιληψιών, που ξεφεύγουν από τους κλασσικούς φαινότυπους», καταλήγουν οι ερευνητές.

Πηγή

Θυροειδική λειτουργία σε παιδιά που λαμβάνουν αντιεπιληπτική αγωγή

Μια πρόσφατη μελέτη υποστηρίζει ότι πολλά αντιεπιληπτικά φάρμακα (ΑΕΦ) έχουν αρνητική επίδραση στη θυρεοειδική λειτουργία σε παιδιά που λαμβάνουν αγωγή με αυτά.

Ερευνητές από του Τμήμα Παιδιατρικής Νευρολογίας του Παιδιατρικού Νοσοκομείου Behcet Uz μελέτησαν συνολικά 223 παιδιά με νέας έναρξης, ελεγχόμενη επιληψία, καθένα εκ των οποίων υπεβλήθη σε μια 12μηνη αγωγή με κάποιο από τα ακόλουθα φάρμακα: φαινοβαρβιτάλη, βαλπροϊκό, καρβαμαζεπίνη, οξκαρβαμαζεπίνη ή λεβετιρακετάμη. Σε κάθε ασθενή, το ΑΕΦ χορηγούνταν ως μονοθεραπεία.

Πριν τη θεραπεία, και μετά από ένα χρονικά διάστημα ενός, έξι και 12 μηνών, οι ερευνητές έλεγξαν τα επίπεδα της ελεύθερης θυροξίνης και της ορμόνης διέγερσης του θυροειδή στον ορό. Βρήκαν ότι οι πλειονότητα των ΑΕΦ είχε «αρνητικές επιδράσεις στη θυροειδική λειτουργία», κάνοντας τις συγκεντρώσεις των δύο ορμονών είτε να αυξάνουν είτε να μειώνονται σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα.

Ωστόσο, οι ασθενείς που έλαβαν λεβετιρακετάμη δεν εμφάνισαν σημαντική αλλαγή των επιπέδων ελεύθερης θυροξίνης και της ορμόνης διέγερσης του θυροειδή, υποστηρίζοντας ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε παιδιά χωρίς παρενέργειες σχετικά με την θυροειδική λειτουργία.

Πηγή

Εγκρίθηκε η Ζονισαμίδη για Χρήση σε Παιδιά Με Εστιακή Επιληψία

Η ζονισαμίδη, ένα νέο αντιεπιληπτικό φάρμακο (ΑΕΦ) Που κυκλοφορεί με το εμπορικό όνομα Zonegran, έλαβε έγκριση για παιδιατρική χρήση και μπορεί πλέον να συνταγογραφείται στην Αγγλία ως θεραπεία για εστιακή επιληψία σε εφήβους και παιδιά ηλικίας άνω των 6 ετών.

Σύμφωνα με την φαρμακευτική εταιρεία  Eisai, η ζονισαμίδη χαρακτηρίζεται από «πολλαπλούς μηχανισμούς δράσης» και μια χημική δομή που «δεν έχει σχέση με τα υπόλοιπα ΑΕΦ», εννοώντας ότι αντιπροσωπεύει μια ενδιαφέρουσα νέα θεραπευτική προσέγγιση για τους κλινικούς ιατρούς.

«Είναι ευχάριστο ότι το Zonegran έχει πλέον πάρει άδεια για να χορηγείται σε παιδιά, καθώς υπάρχει αναγκη για νέες θεραπευτικές επιλογές σε νέα άτομα με εστιακή επιληψία», σχολιάζει η Καθηγήτρια Helen  Cross του Νοσοκομείου Great Ormond Street. «Νέες, αποτελεσματικές και καλά ανεκτές θεραπείες που να μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε παιδιά για να επιτευχθεί μια ισορροπία μεταξύ του ελέγχου των κρίσεων και της ελαχιστοποίησης των παρενεργειών είναι ευπρόσδεκτες από τους γιατρούς, τους ασθενείς και τους γονείς».

Η ζονισαμίδη χρησιμοποιείται προς το παρόν για την αντιμετώπιση εστιακών κρίσεων σε ανήλικες με νεοδιαγνωσθείσα επιληψία ή ως συμπληρωματική θεραπεία. Η επέκταση της άδειας για παιδιατρική χρήση σημαίνει ότι σχεδόν ένα εκατομμύριο επιπλέον ασθενείς στν Ευρώπη θα είναι σε θέση να αποκτήσουν νόμιμα το φάρμακο. Το γεγονός ότι η ζονισαμίδη είναι ένα νέο ΑΕΦ είναι ευπρόσδεκτο, δεδομένου ότι μια μεγάλη μερίδα των ατόμων με επιληψία δεν απαντούν στις συμβατικές θεραπείες.

Το φάρμακο εγκρίθηκε με βάση μια μελέτη Φάσης ΙΙΙ, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Epilepsia τον Ιούλιο, η οποία μελέτησε με placebo 207 παιδιά με εστιακή επιληψία. Η μελέτη βρήκε ότι 50% των ασθενών απαντούν θετικά στη ζονισαμίδη, συγκριτικά με το μόλις 31% των παιδιών των οποίων οι κρίσεις σταμάτησαν με το ψευδό-φάρμακο. Παρομοίως, τα παιδιά που έλαβαν το φάρμακο δεν φαίνεται να είναι σημαντικά πιθανότερο να εμφανίσουν αρνητικές παρενέργειες από τα αντίστοιχα παιδιά που έλαβαν το placebo. Μόλις το 3,7% όσων χρησιμοποίησαν ζονισαμίδη εμφάνισε σοβαρές παρενέργειες, συγκριτικά με το 2% της ομάδας ελέγχου.

Πηγή

Αντιεπιληπτική αγωγή και θηλασμός

Ενώ κάποια αντιεπιληπτικά φάρμακα είναι γνωστό ότι έχουν επιβλαβείς επιδράσεις στο έμβρυο αν ληφθούν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, οι μητέρες που λαμβάνουν αγωγή κατά τη διάρκεια του θηλασμού δεν φαίνεται να θέτουν σε κίνδυνο τα μωρά τους.

Αυτό ήταν το συμπέρασμα μιας πρόσφατης μελέτης που διεξήχθη στο Πανεπιστήμιο του Bergen, στη Νορβηγία, η οποία διεξήχθη για να διερευνηθεί το αν τα βρέφη είναι σε κίνδυνο εμφάνισης καθυστέρησης στην ανάπτυξη αν οι μητέρες τους χρησιμοποιούν φάρμακα για αντιμετώπιση της επιληψίας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης – και το αν η αγωγή αυτή έχει επιπλέον επιπτώσεις όταν αυτές θηλάζουν.

Σύμφωνα με το dailyRX, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δεδομένα από 78 744 μητέρες, 223 εκ των οποίων λάμβαναν αντιεπιληπτικά φάρμακα, που καταγράφηκαν από το δεύτερο τρίμηνο της κύησης έως ότου το παιδί έφτασε στην ηλικία των 6 μηνών. Μελέτες παρακολούθησης εξέτασαν 61 351 γυναίκες, όταν τα παιδιά τους ήταν ηλικίας 18 μηνών και, ακολούθως 44 147 γυναίκες, των οποίων τα παιδιά ήταν ηλικίας 3 ετών.

Σε κάθε μια από τις αναλύσεις αυτές, η μητέρα πληροφορούσε για τις συνήθειές της κατά τη διάρκεια της περιόδου του θηλασμού και για τις κινητικές, κοινωνικές, γλωσσικές και συμπεριφορικές ικανότητες των παιδιών της. Οι ερευνητές προσάρμοσαν τα αποτελέσματά τους, έτσι ώστε να συμπεριλαμβάνουν παράγοντες, όπως η ηλικία της μητέρας, ο αριθμός προηγούμενων παιδιών, το αν κάπνιζαν και η χρήση διατροφικών συμπληρωμάτων φυλλικού οξέος. Έλαβαν επίσης υπόψη διάφορες συγγενείς διαταραχές των παιδιών.

Τα μωρά μητέρων που λάμβαναν αγωγή για θεραπεία της επιληψίας βρέθηκε ότι ήταν πιθανότερο να εμφανίζουν δυσχέρεια με τον έλεγχο των λεπτών κινήσεων – δηλαδή τη χρήση των μικρών μυών στα χέρια και τα πόδια, καθώς και με τον συντονισμό ματιών  και χεριών – συγκριτικά με τα υπόλοιπα παιδιά της μελέτης, με ποσοστό της τάξης του 11,5% συγκριτικά με το 4,8%. Ωστόσο, οι δυσχέρειες αυτές δεν επιδεινωνόταν κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Στην πραγματικότητα, οι ερευνητές παρατήρησαν πως ο συνεχής θηλασμός, στους 6 και 18 μήνες, σχετιζόταν με λιγότερες διαταραχές της ανάπτυξης στα παιδιά γυναικών που λάμβαναν αντιεπιληπτικά φάρμακα. Ως την στιγμή που τα παιδιά γινόταν τριών ετών, η προστατευτική αυτή επίδραση δεν παρατηρούνταν πλέον.

«Οι γυναίκες με επιληψία θα πρέπει να παροτρύνονται να θηλάζουν τα παιδιά τους, ανεξαρτήτως από το αν λαμβάνουν αντιεπιληπτική αγωγή», καταλήγουν οι ερευνητές.

Πηγή

Προσβολή της αυτοβιογραφικής μνήμης σε παιδιά με επιληψία

Μια νέα μελέτη συμπέρανε ότι στα παιδιά με επιληψία του κροταφικού λοβού είναι πιθανότερο να υπάρχει διαταραχή της αυτοβιογραφικής μνήμης συγκριτικά με ομάδα ελέγχου παιδιών αντιστοιχισμένων ως προς

Η αυτοβιογραφική μνήμη χωρίζεται σε δύο διακριτές λειτουργίες: τη σημαντική μνήμη, που ανακαλεί προσωπικά δεδομένα και την επεισοδιακή μνήμη, μέσω της οποίας τα άτομα είναι σε θέση να αναβιώνουν συγκεκριμένα γεγονότα. την ηλικία και το φύλο, καθώς εμφάνιζαν μεγαλύτερη δυσχέρεια να ανακαλέσουν προσωπικές λεπτομέρειες κατά την περιγραφή γεγονότων της ζωής τους.

Παλαιότερες μελέτες αποκάλυψαν πως κάποιες ενήλικες με επιληψία κροταφικού λοβού είχαν διαταραχή των αυτοβιογραφικών αναμνήσεων, η οποία είχε αποδοθεί από τους ερευνητές στην διαταραχή της ακεραιότητας του ιπποκάμπου. Ωστόσο, μια νέα έρευνα – που δημοσιεύτηκε στο Journal of the International Neuropsychological Society – είναι η πρώτη που διερευνά το πώς η πάθηση αυτή επηρεάζει τη μνήμη στα παιδιά.

Ερευνητές της Σχολής Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Σύδνεϋ χορήγησαν τη Αυτοβιογραφική Συνέντευξη Παιδιών σε 21 ασθενείς, με αντιστοίχηση σε 24 άτομα-δείκτες παρόμοιας ηλικίας, φύλου και κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. Οι ερευνητές διαπίστωσαν πως τα παιδιά με επιληψία του κροταφικού λοβού ήταν το ίδιο ικανά με τους αντίστοιχους δείκτες, οι οποίοι δεν έπασχαν από επιληψία, να ανακαλούν προσωπικά δεδομένα, πράγμα που σημαίνει πως δεν υπήρχε διαταραχή της σημαντικής μνήμης. Ωστόσο, οι ασθενείς με επιληψία προσπαθούσαν περισσότερο για να θυμηθούν τόσες λεπτομέρειες κάποιου επεισοδίου όσες τα παιδιά της ομάδας ελέγχου, υποδηλώνοντας έτσι μια προσβολή της επεισοδιακής μνήμης.

Στην πραγματικότητα, η ικανότητα των παιδιών της ομάδας ελέγχου να ανακαλεί λεπτομέρειες διαφόρων επεισοδίων «αύξανε σημαντικά» μεταξύ των ηλικιών 6 και 16 ετών, όπως ανακάλυψαν οι ερευνητές, ενώ στα παιδιά με επιληψία κροταφικού λοβού αυτή δεν βελτιώθηκε καθόλου. Ωστόσο, όταν στους ασθενείς με επιληψία έγιναν διάφορες υποδείξεις, αυτοί κατάφεραν να ανακαλέσουν τις λεπτομέρειες ενός συμβάντος το ίδιο καλά όσο και οι αντίστοιχοι υγιείς δείκτες. Η ανάλυση έδειξε πως παρά τις διάφορες ενδείξεις παλαιότερων μελετών, παράγοντες όπως η παρουσία ή απουσία δομικών ανωμαλιών στον ιππόκαμπο δεν φαίνεται να συμβάλλουν στην ικανότητα του ατόμου να ανακαλεί συμβάντα.

Οι ερευνητές σχολίασε: «Τα αποτελέσματά μας προσφέρουν τα πρώτα στοιχεία για ελλείμματα τα αυτοβιογραφικής επεισοδιακής μνήμης στα παιδιά με επιληψία του κροταφικού λοβού».

Πηγή

Ασφαλής η χειρουργική για την λεκτική μνήμη των παιδιών

Σύμφωνα με μια νέα έρευνα, για την πλειονότητα των παιδιών με επιληψία, μια νευροχειρουργική επέμβαση δεν θα επηρέαζε τη λεκτική τους μνήμη – εκτός από περιπτώσεις, όπου εμπλέκεται ο αριστερός κροταφικός λοβός.

Ερευνητές νευροψυχολογίας για παιδιά και εφήβους στο Brain Center Rudolf Magnus, του Πανεπιστημιακού Ιατρικού Κέντρου της Ουτρέχτης, εξέτασαν τη λεκτική μνήμη 63 παιδιών σε τακτά χρονικά διαστήματα. Τα ευρήματά τους δημοσιεύθηκαν στο περιοδικά Epilepsy Research αυτό τον μήνα.

Εκ των παιδιών αυτών, τα 21 ήταν ασθενείς με επιληψία που υπεβλήθησαν σε νευροχειρουργική επέμβαση για την αντιμετώπιση της πάθησή τους. Σε κάθε περίπτωση, η επέμβαση ήταν επιτυχής στο να θέσει ένα τέλος στις κρίσεις του ασθενή – αν και σε ορισμένα λίγα περιστατικά, η λεκτική μνήμη επηρεάστηκε.
Στην μελέτη, η ικανότητα του κάθε παιδιού να ανακαλεί λεκτικές πληροφορίες ελέγχθηκε πριν την επέμβαση και μετά στους 6, 12 και 24 μήνες μετά από αυτή. Για κάθε ασθενή εξετάσθηκαν και δύο άτομα δείκτες, αντιστοιχισμένα ως προς  την ηλικία και το φύλο, σε παρόμοια διαστήματα.

Όπως έχουν δείξει και παλαιότερες έρευνες, τα παιδιά με επιληψία τα πήγαν καλύτερα στα tests λεκτικής μνήμης μετά το χειρουργείο συγκριτικά με πριν, εμφανίζοντας ρυθμούς ανάπτυξης παρόμοιους με αυτούς των αντίστοιχων παιδιών που δεν έπασχαν από επιληψία. Ωστόσο, μια προσεκτικότερη ανάλυση αποκάλυψε πως, μετά την επέμβαση, τα αποτελέσματα κυμαίνονταν πολύ μεταξύ των παιδιών. Παιδιά που υπεβλήθησαν σε εκτομές που αφορούσαν τον αριστερό κροταφικό λοβό – μια περιοχή του εγκεφαλικού φλοιού που εμπλέκεται στην επεξεργασία της γλώσσας και της αποθήκευσης νέων μνημών – εμφάνισαν χαμηλότερο επίπεδο λεκτικής γνωστικής λειτουργίας σχετικά με αυτό που περίμεναν να βρουν οι ερευνητές με βάση την απόδοσή τους πριν την επέμβαση. Εν αντιθέσει, η λεκτική μνήμη γενικώς παρέμεινε ανεπηρέαστη σε ασθενείς στους οποίους οι επεμβάσεις δεν αφορούσαν τον αριστερό κροταφικό λοβό.

«Παρά την παύση των επιληπτικών κρίσεων, η λεκτική μνήμη παραμένει ευάλωτη σε παιδιά που χρειάζονται επέμβαση που περιλαμβάνει και τον αριστερό κροταφικό λοβό», συμπέρανε ο Joost Meekes, συγγραφέας της μελέτης. «Σε πολλά – αλλά όχι σε όλα – τα παιδιά με άλλα είδη επιληψίας, η λεκτική μνήμη μετά την επέμβαση είναι παρόμοια με την αρχική κατάσταση πριν την επέμβαση».

Πηγή

Ενημέρωση των γονέων για τον εμβολιασμό κατά της γρίπης

Σύμφωνα με το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψη Νόσων (Centers for Disease Control and Prevention – CDC) στις ΗΠΑ, η επιδημία γρίπης του 2009 αποκάλυψε πως τα παιδιά που πάσχουν από επιληψία και άλλες παρόμοιες παθήσεις είναι περισσότερο επιρρεπή σε απειλητικές για τη ζωή επιπλοκές – περίπου 146 από τους 336 παιδιατρικούς θανάτους προέκυψαν σε παιδιά με υποκείμενη νευρολογική νόσο.

Μια μελέτη παρακολούθησης υποστηρίζει ότι τα ποσοστά εμβολιασμών είναι χαμηλά μεταξύ των ατόμων αυτών, οδηγώντας την ομοσπονδιακή υπηρεσία να συμπεράνει ότι είναι «βασικό» για τους γιατρούς να ενημερώνουν τις οικογένειες των ασθενών για τον υψηλό κίνδυνο.

Το CDC συνεργάστηκε με το Family Voices και την Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής για να προσδιορίσει τα ποσοστά εμβολιασμών σε ένα δείγμα 1005 παιδιά με νευρολογικές και νευροαναπτυξιακές διαταραχές. Βρήκαν πως μόλις το 59% των ασθενών με επιληψία είχαν εμβολιαστεί κατά του ιού της γρίπης. Επιπλέον, μόλις το 52% των ιατρών τους κατανοούσαν ότι τα άτομα αυτά αντιμετώπιζαν υψηλότερο κίνδυνο θανατηφόρων επιπλοκών συγκριτικά με συνομηλίκους τους χωρίς υποκείμενες νευρολογικές νόσους.

«Απαιτείται περαιτέρω έρευνα για τον προσδιορισμό εμποδίων στον εμβολιασμό κατά της γρίπης μεταξύ των οικογενειών και των παρόχων υγείας των παιδιών αυτών», σχολιάζουν οι ερευνητές.

Πηγή

Καλύτερη Ενημέρωση των Γονέων για τη Χειρουργική της Επιληψίας

Οι γονείς είναι συχνά επιφυλακτικοί να συζητήσουν την επιλογή της χειρουργικής της επιληψίας για τα παιδιά τους, αλλά μια νέα μελέτη υποστηρίζει ότι είναι πιθανότερο να αρχίσουν να  την σκέφτονται αν έχουν καλή ενημέρωση.

Ερευνητές της Σχολής Ιατρικής και Οδοντιατρικής του Πανεπιστημίου του Rochester στις ΗΠΑ μελέτησαν 138 γονείς παιδιών με επιληψία. Οι ερευνητές βρήκαν ότι περισσότερο από το ένα  τέταρτο (25,2%) όσων συμμετείχαν ήταν αντίθετοι στη χειρουργική της επιληψίας, παρά το ότι η ως τώρα έρευνα δείχνει ότι είναι ασφαλής και αποτελεσματική για τους μικρούς ασθενείς.

Ωστόσο, όταν ζητήθηκε από τους γονείς να συμπληρώσουν ένα ερωτηματολόγιο που παρείχε πληροφορίες σχετικά με την επέμβαση, οι μισοί (50,4%) είπαν ότι ήταν πλέον περισσότερο θετικοί, ενώ μόλις το 3,3% είχε περισσότερο αρνητική άποψη. Οι γονείς με παιδιά προεφηβικής ηλικίας ήταν περισσότερο πιθανό να είναι δεκτικοί για το χειρουργείο ως θεραπευτική επιλογή, υποστηρίζουν οι ερευνητές.

Δημοσιεύοντας στο περιοδικό Epilepsy and Behaviour, οι συγγραφείς της μελέτης ισχυρίζονται ότι οι νευρολόγοι θα πρέπει να συζητούν την πιθανότητα χειρουργείου με τους γονείς όσο το δυνατόν συντομότερα, δίνοντάς τους άφθονες πληροφορίες για να αυξηθεί η πιθανότητας αποδοχής της. Ωστόσο, οι ερευνητές παρατήρησαν πως το 60% των παιδο-νευρολόγων που ερωτήθηκαν δεν ακολουθούσαν πλήρως τις κατευθυντήριες οδηγίες  ή τους τυπικούς κανόνες άσκησης του επαγγέλματος στο θέμα αυτό.

«Συμπεραίνουμε ότι η εκπαίδευση τόσο των νευρολόγων όσο και των γονέων είναι αναγκαία για να διευκολυνθεί η διαδικασία αυτή», δηλώνουν οι συγγραφείς της μελέτης.

Πηγή

Άγχος και επιληψία: Νέα ευρήματα

Παιδιά με συνυπάρχουσα επιληψία και αγχώδη διαταραχή έχουν ογκομετρικές αλλαγές στον εγκέφαλο παρόμοιες με αυτές που παρατηρούνται σε μη επιληπτικούς ασθενείς με αγχώδεις διαταραχές, δείχνει μια νέα έρευνα.

«Συχνά, το άγχος στην επιληψία θεωρείται αποτέλεσμα του απροβλέπτου των κρίσεων και δεν αντιμετωπίζεται», δήλωσε στο Medscape Medical News η Jana Jones, PhD, αναπληρωτής καθηγήτρια της Σχολής Ιατρικής και Δημόσιας Υγείας στο Πανεπιστήμιο του Wisconsin στο Madison. «Αλλά τα αποτελέσματα της μελέτης αυτής υποστηρίζουν ότι υπάρχει μια υποκείμενη μη φυσιολογική νευρική βιολογία που μπορεί να επηρεάζει ορισμένες υποφλοιώδεις και φλοιϊκές περιοχές που σχετίζονται με το άγχος. Η κλινική συνέπεια του ευρήματος αυτού είναι πως οι κατάλληλες θεραπείες για τις αγχώδεις διαταραχές θα πρέπει να χρησιμοποιούνται στα παιδιά με επιληψία και άγχος, ειδικά αν η νευροβιολογία είναι παρόμοια με άτομα με άγχος, ανεξαρτήτως του αν αυτά πάσχουν από επιληψία».

Τα ευρήματα παρουσιάστηκαν στο 30ο Διεθνές Συνέδριο Επιληψίας.

Πολλαπλές Αγχώδεις Διαταραχές

Η μελέτη συμπεριελάμβανε 88 παιδιά με επιληψία (24 με συνυπάρχουσα διαταραχή άγχους και 64 χωρίς) και 50 συμμετέχοντες-δείκτες χωρίς επιληψία ή άγχος που ήταν πρώτου βαθμού ξαδέρφια των ασθενών με επιληψία. Η μέση ηλικία των συμμετασχόντων ήταν 12,8 ετών (μόνο με επιληψία), 12,1 ετών (επιληψία συν άγχος) και 13,3 ετών (άτομα-δείκτες). Η ηλικία της έναρξης των κρίσεων και η διάρκεια της επιληψίας ήταν 12,1 έτη και 7,9 μήνες, αντίστοιχα, στους συμμετέχοντες με άγχος και 11,2 έτη και 8,5 μήνες στους συμμετέχοντες χωρίς άγχος. «Τα παιδιά με επιληψία εξετάσθηκαν εντός 12 μηνών από την διάγνωσή τους, είχαν φυσιολογικές νευρολογικές εξετάσεις και φυσιολογική MRI», δήλωσε η Dr Jones. Όλοι οι συμμετέχοντες και οι γονείς τους συμπλήρωσαν ένα ημιδομημένο ψυχιατρικό ερωτηματολόγιο (Kiddie Schedule for Affective Disorders and Schizophrenia).

Σχετικά με τα είδη των αγχωδών διαταραχών που αναγνωρίστηκαν «η πιο συχνή διάγνωση ήταν η ειδική φοβία και δεύτερη ήταν το άγχος αποχωρισμού, ακολουθούμενο από την κοινωνική φοβία και την γενικευμένη αγχώδη διαταραχή», δήλωσε η Dr Jones. «Πολλά από τα παιδιά είχαν περισσότερες από μία διαταραχή άγχους ή συνυπήρχε και μια καταθλιπτική διαταραχή».

Οι συμμετέχοντες υπεβλήθησαν σε μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου Τ1. «Εστιάσαμε στους όγκους των αμυγδαλοειδών πυρήνων του εγκεφάλου και στο πάχος του προμετωπιαίου φλοιού που σχετίζονται με την υπόθεση της βιβλιογραφίας σχετικά με τις αγχώδεις διαταραχές και τη συμμετοχή σε αυτές των εγκεφαλικών αυτών περιοχών», δήλωσε η Dr. Jones. «Οι εγκεφαλικές αυτές περιοχές δεν έχουν πραγματικά εξεταστεί στα παιδιά με νέα ή πρόσφατης έναρξης επιληψία που να είχαν επίσης και κάποια αγχώδη διαταραχή».

Αναγνώριση, Αντιμετώπιση Άγχους

Η μελέτη έδειξε πως τα παιδιά με διαταραχές άγχους και επιληψία είχαν σημαντικά μεγαλύτερο όγκο αριστερού αμυγδαλοειδούς πυρήνα συγκριτικά με παιδιά που είχαν μόνο επιληψία, όπως και με τους δείκτες. «Στα παιδιά με επιληψία και άγχος, ο όγκος τόσο του αριστερού όσο και του δεξιού αμυγδαλοειδούς πυρήνα ήταν μεγαλύτερος – αλλά σημαντικά μεγαλύτερος ήταν μόνο στον αριστερό αμυγδαλοειδή πυρήνα», σημείωσε.  Παρομοίως, τα παιδιά με επιληψία και άγχος παρουσίασαν μια λέπτυνση του φλοιού στους μετωπιαίους λοβούς, που είναι γνωστό ότι σχετίζονται με το συναίσθημα και το άγχος στον γενικό πληθυσμό.

Ειδικότερα, ο έσω κογχικός προμετωπιαίος φλοιός ήταν λεπτότερος στα παιδιά με επιληψία και άγχος συγκριτικά με τα παιδιά που είχαν μόνο επιληψία και τους συμμετέχοντες-δείκτες. Ξανά, αυτό ίσχυε και για την αριστερή και για την δεξιά πλευρά, αλλά ήταν σημαντική μόνο στην αριστερή. Εν αντιθέσει, οι ογκομετρικές αναλύσεις σε περιοχές του ιπποκάμπου και την προκεντρική έλικα δεν έδειξαν διαφορές μεταξύ των ατόμων-δεικτών, των ασθενών που είχαν μόνο επιληψία και αυτών με επιληψία και άγχος. «Τόσο οι αμυγδαλοειδείς πυρήνες του εγκεφάλου όσο και ο προμετωπιαίος φλοιός εμπλέκονται στο άγχος στον γενικό πληθυσμό», σημειώνει η Dr. Janis. «Φαίνεται ότι συνεργάζονται στενά στην ερμηνεία του άγχους και του φόβου και καθορίζουν την αντίδραση. Οι αμυγδαλοειδείς πυρήνες είναι τμήμα του μεταιχμιακού συστήματος και εμπλέκονται στις επιδράσεις της συναισθηματικής διέγερσης. Είναι γνωστοί  επίσης και ως κέντρα του φόβου. Ο προμετωπιαίος λοβός φαίνεται να ρυθμίζει την έκφραση του άγχους, του φόβου και του stress». Δήλωσε πως τα ευρήματά της δείχνουν τη σημασία της διάγνωσης και της αντιμετώπισης του άγχους σε παιδιά επιληψία.

«Γνωρίζουμε ότι το μη θεραπευόμενο άγχος στην παιδική ηλικία αυξάνει την πιθανότητα κατάθλιψης και άλλων ψυχιατρικών παθήσεων στην ενήλικη ζωή, έτσι είναι σημαντικό να αντιμετωπίζουμε νωρίς τις καταστάσεις αυτές», δήλωσε, προσθέτοντας πως η ομάδα της πρόσφατα διεξήγαγε μια πιλοτική μελέτη χρησιμοποιώντας γνσιακή-συμπεριφορική θεραπεία στην οποία τα παιδιά αντέδρασαν «αρκετά καλα».

Σημαντική Μελέτη

Σχολιάζοντας τα ευρήματα στο Medscape Medical News, η Karen Blackmon, PhD, δήλωσε πως είναι «μια σημαντική μελέτη δείχνοντας μια βασική νευροβιολογική συνιστώσα για το άγχος στην επιληψία, και όχι μια δευτεροπαθής συναισθηματική αντίδραση από το βάρος του να ζεις με επιληψία. Τα στοιχεία για τις ανωμαλίες στο δίκτυο αυτό, όπως παρουσιάστηκαν στην μελέτη αυτή, υποδηλώνουν ότι η ικανότητα περιορισμού μιας αντίδρασης φόβου μπορεί να είναι περιορισμένη σε μια υποομάδα παιδιών με επιληψία. Η γνώση αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να κατευθύνει τους θεραπευτικούς στόχους, όπως την ανάπτυξη αντιρροπιστικών στρατηγικών για την ρύθμιση του φόβου που μπορεί να χρησιμοποιούν άλλες περιοχές του εγκεφάλου», πρόσθεσε η Dr Blackmon, αναπληρώτρια καθηγήτρια νευρολογίας στο Ιατρικό Κέντρο Langone του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης.

Η Dr Blackmon προσθέτει περαιτέρω πως η μεγέθυνση των αμυγδαλοειδών πυρήνων έχει και παλαιότερα καταγραφεί στην παιδική επιληψία με συνυπάρχον άγχος. Ωστόσο, δήλωσε, αυτό που είναι νέο στην μελέτη αυτή είναι το εύρημα της λέπτυνσης του προμετωπιαίου φλοιού. « Αν υπάρχει κάποια παθολογία ή μειωμένη αποτελεσματικότητα του δικτύου στους προμετωπιαίους λοβούς στα παιδιά με επιληψία, αυτό μπορεί να αυξήσει την επιρρέπεια στο άγχος, προκαλώντας μειωμένη ικανότητα περιορισμού μιας αντίδρασης φόβου. Ιδανικά, μελλοντικές εργασίες θα πρέπει να ελέγξουν το αν υπάρχουν μη φυσιολογικές συνδέσεις μεταξύ του προμετωπιαίου φλοιού και των αμυγδαλοειδών πυρήνων σε ασθενείς με επιληψία και άγχος, θεωρώντας τις περιοχές αυτές ως τμήμα ενός δικτύου, παρά ως μεμονωμένες περιοχές», ισχυρίστηκε η Dr Blackmon.

Πηγή:  http://www.medscape.com/viewarticle/807291