Αρχική » Θεραπείες » Φαρμακευτικές » Ανεπιθύμητες Ενέργειες

Category Archives: Ανεπιθύμητες Ενέργειες

Advertisements

Η λεβετιρακετάμη στην εγκυμοσύνη – Νεότερα στοιχεία

Για τις γυναίκες με επιληψία, ο έλεγχος των κρίσεων κατά τη διάρκειας μιας εγκυμοσύνης είναι πολύ σημαντικός. Ωστόσο, η έκθεση σε ορισμένα αντιεπιληπτικά φάρμακα (ΑΕΦ) μπορεί να είναι επιβλαβής για την ανάπτυξη των εμβρύων. Για τον λόγο αυτό ο σχεδιασμός της εγκυμοσύνης στις γυναίκες αυτές συνοδεύεται από ορισμένες πολύ δύσκολες αποφάσεις και θα πρέπει να λαμβάνουν πάντα τη συμβουλή ενός ειδικού.

Διάφορες μελέτες έχουν διερευνήσει  συγκεκριμένα ΑΕΦ για ανεπιθύμητες ενέργειες, αλλά έως τώρα δεν έχει βρεθεί το «ιδανικό» φάρμακο για την εγκυμοσύνη. Ακόμα και είχε βρεθεί ωστόσο, δεν θα ωφελούσε τους πάντες, φυσικά, καθώς ορισμένες γυναίκες δεν θα ανταποκρίνονταν σε αυτό. Υπάρχουν ακόμα πολλά κενά στον τομέα αυτό, κάτι που καθιστά την λήψη αποφάσεων ιδιαίτερη πρόκληση.

Τι γνωρίζουμε λοιπόν για τα ΑΕΦ και την εγκυμοσύνη; Παρακάτω θα βρείτε μια γενική σύνοψη των έως σήμερα στοιχείων:

Η έκθεση στα παλαιότερα ΑΕΦ, όπως η φαινοβαρβιτάλη, η φαινυντοΐνη, η καρβαμαζεπίνη και (ειδικά) το βαλπροϊκό οξύ, έχει δειχθεί  ότι αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρών συγγενών διαταραχών, περιλαμβανομένης της δισχιδούς ράχης και της υπερωιοσχιστίας. Ωστόσο, αυτό δεν έχει βρεθεί να ισχύει για τα νεότερα ΑΕΦ, όπως η λαμοτριγίνη, η οξκαρβαμαζεπίνη, η τοπιραμάτη, η γκαμπαπεντίνη και η λεβιτιρακετάμη. Ωστόσο, μπορεί να υπάρχει κάποιος κίνδυνος για μικρότερες διαταραχές, μιας και το ενδεχόμενο αυτό δεν έχει διερευνηθεί.

Μια σειρά μελετών έχουν συνδέσει επίσης την έκθεση σε βαλπροϊκό οξύ (αλλά όχι σε φαινυντοΐνη ή καρβαμαζεπίμη) ενδομητρίως με κίνδυνο καθυστέρησης της γλωσσικής και γνωστικής ανάπτυξης (και πραγματικά οι ιατρικές οδηγίες συστήνουν την αποφυγή του βαλπροϊκού οξέος κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, αν είναι εφικτό). Τα υπάρχοντα δεδομένα είναι προς το παρόν ελλιπή για τα νεότερα ΑΕΦ, αν και η λαμοτριγίνη έχει μελετηθεί και αναφερθεί ως «ασφαλής». Δυστυχώς ωστόσο, η λαμοτριγίνη έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο κρίσεων κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (οι συνέπειες των οποίων στο αγέννητο ακόμα μωρό μένει να διερευνηθούν).

Η λεβετιρακετάμη προτείνεται αρκετά συχνά από τους ειδικούς για την εγκυμοσύνη, αλλά στην πραγματικότητα υπάρχουν ανεπαρκή αξιόπιστα δεδομένα για τη σύσταση αυτή. Για να αντιμετωπίσουν το θέμα αυτό, ερευνητές από το Liverpool και το Belfast μελέτησαν τις επιπτώσεις της έκθεσης σε λεβετιρακετάμη στην όψιμη γνωστική και γλωσσική ανάπτυξη και τις συνέκριναν με την ανάπτυξη παιδιών που γεννήθηκαν από γυναίκες που δεν έπασχαν από επιληψία και δεν λάμβαναν φάρμακα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (δείκτες). Η ομάδα εξέτασε επίσης παιδιά που γεννήθηκαν από γυναίκες που λάμβαναν βαλπροϊκό οξύ κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης για σύγκριση με την ομάδα της λεβετιρακετάμης.

Η μελέτη συμπεριέλαβε συνολικά 248 παιδιά ηλικίας μεταξύ 3 και 4,5 ετών από όλο το Ηνωμένο Βασίλειο. Πενήντα τρία από τα παιδιά είχαν εκτεθεί σε λεβετιρακετάμη ενδομητρίως, 44 είχαν εκτεθεί σε βαλπροϊκό οξύ και 151 ήταν δείκτες. Οι γνωστικές και γλωσσικές ικανότητες όλων των παιδιών εκτιμήθηκαν με χρήση τυπικών κλιμάκων μέτρησης – την Griffiths Mental Development Scales και την Reynell Language Development Scale. Στις κλίμακες αυτές, η βαθμολογία, διορθωμένη ως προς την ηλικία, κυμαινόταν από 50-150, με το εύρος από 85-115 να αποτελεί το «φυσιολογικό». Οι μέσες βαθμολογίες από την κάθε ομάδα υπολογίστηκαν (για κάθε εξέταση) και χρησιμοποιήθηκαν στατιστικές μέθοδοι για τις σχετικές συγκρίσεις.

Όταν εξετάσθηκαν τα δεδομένα, η ομάδα βρήκε ότι τα παιδιά που είχαν εκτεθεί σε λεβετιρακετάμη πριν την γέννησή τους δεν διέφεραν από τους δείκτες σε καμιά από τις πραγματοποιηθείσες εξετάσεις. Για το λόγο αυτό, όταν συγκρίθηκαν οι ομάδες του βαλπροϊκού και της λεβετιρακετάμης, η ομάδα του βαλπροϊκού οξέος σημείωσε, κατά μέσο όρο, 15,8 βαθμούς χαμηλότερα για τις αδρές κινητικές ικανότητες (τις ικανότητες ελέγχου μεγάλου μυικών ομάδων που απαιτούνται για τη βάδιση, το τρέξιμο κλπ), 6,4 βαθμούς λιγότερους στην γλωσσική κατανόηση και 9,5 βαθμούς λιγότερους στη γλωσσική έκφραση.

Τα αποτελέσματα αυτά είναι ευπρόσδεκτα, καθώς υποστηρίζουν ότι η λήψη της λεβετιρακετάμης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δεν θέτει την μελλοντική γνωστική και γλωσσική ανάπτυξη του εμβρύου σε κίνδυνο. Αυτό μαζί με προηγούμενα στοιχεία (ότι η λεβετιρακετάμη δεν συνδέεται με μείζονες συγγενείς διαταραχές), είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό για τις νέες γυναίκες που απαντάνε στην λεβετιρακετάμη. Απαιτείται περισσότερη έρευνα για να ελεγχθεί να η λεβετιρακετάμη δεν έχει άλλες παρενέργειες από αυτές που μελετήθηκαν. Ωστόσο, οι ειδικοί θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν τις νέες αυτές πληροφορίες, όταν βοηθούν τις γυναίκες με επιληψία να προγραμματίσουν τις εγκυμοσύνες τους.

Πηγή

Advertisements

Αντιεπιληπτικά φάρμακα και φλεγμονώδεις αντιδράσεις

glial cellΕνώ ορισμένα αντιεπιληπτικά φάρμακα (ΑΕΦ) εμποδίζουν τις φλεγμονώδεις αντιδράσεις στον εγκέφαλο – οι οποίες θεωρούνται ένας πιθανός παράγοντας κινδύνου για κρίσεις – αλλά μπορεί στην πραγματικότητα να τις προκαλούν, σύμφωνα με Γερμανούς ερευνητές.

Μια ομάδα του Πανεπιστημίου Ruhr στο Bochum, της οποίας τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Epilepsia, μελέτησε τη δράση μιας σειράς φαρμάκων που χορηγούνται στην αντιμετώπιση της επιληψίας σε μια καλλιέργεια γλοιακών κυττάρων. Αυτά αποτελούν την μεγαλύτερη ομάδα κυττάρων στον εγκέφαλο παίζοντας σημαντικό ρόλο στην παροχή θρεπτικών συστατικών και οξυγόνου στα νευρικά κύτταρα και στην σχηματικό της μυελίνης, καθώς επίσης και στη ρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος και των φλεγμονωδών αντιδράσεων.

Ερευνητές του Τμήματος Νευροανατομίας και Μοριακής Έρευνας του Εγκεφάλου και της ομάδας εργασίας Κλινικής Νευροανατομίας του πανεπιστημίου, υπό τους Hannes Dambach και Pedro Faustmann, έλεγξαν το αν τα γλοιακά κύτταρα επηρεάζονται μετά από θεραπεία με βαλπροϊκό οξύ, γκαμπαπεντίνη, φαινυντοΐνη και καρβαμαζεπίνη. Όταν εκτέθηκαν στα δύο πρώτα φάρμακα, τα κύτταρα αυτά εμφάνισαν μεγαλύτερες πιθανότητες επιβίωσης από ότι όταν χορηγήθηκε φαινυντοΐνη και καρβαμαζεπίνη, σύμφωνα με τους ερευνητές. Αυτό κανονικά σημαίνει ότι το βαλπροϊκό οξύ και η γκαμπαπεντίνη είναι λιγότερο πιθανό να προκαλέσουν φλεγμονώδεις αντιδράσεις στον εγκέφαλο από ότι τα άλλα δύο φάρμακα, αλλά στην περίπτωση του πρώτου η ομάδα των ερευνητών ανακάλυψε πως είχε μια ήπια προφλεγμονώδη δράση. Επιπλέον, παρά το ότι η καρβαμαζεπίνη μείωσε τις πιθανότητες επιβίωσης των γλοιακών κυττάρων, βρέθηκε ότι προκαλούσε μειωμένες φλεγμονώδεις αντιδράσεις. Σε όλες τις περιπτώσεις, το ποσό της δόσης που χορηγήθηκε επηρέασε το βαθμό κατά τον οποίο ο νευρικός ιστός εμφάνισε φλεγμονή.

Αναλύοντας τα ευρήματα της μελέτης, ο καθηγητής Faustmann σχολίασε: «Οι κλινικές μελέτες δεν θα πρέπει να εστιάζουν μόνο στο ερώτημα για το πόσο επηρεάζουν τα ΑΕΦ τη βαρύτητα και τη συχνότητα των επιληπτικών κρίσεων. Είναι επίσης απαραίτητο να ελέγχονται και ως προς το ρόλο που παίζουν στις φλεγμονώδεις αντιδράσεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα». Οι ερευνητές καταλήγουν στο ότι οι γιατροί θα πρέπει να λαμβάνουν την φλεγμονώδη κατάσταση του ασθενή υπόψη πριν χορηγήσουν κάποιο φάρμακο για έλεγχο των κρίσεών του.

Πηγή

Θυροειδική λειτουργία σε παιδιά που λαμβάνουν αντιεπιληπτική αγωγή

Μια πρόσφατη μελέτη υποστηρίζει ότι πολλά αντιεπιληπτικά φάρμακα (ΑΕΦ) έχουν αρνητική επίδραση στη θυρεοειδική λειτουργία σε παιδιά που λαμβάνουν αγωγή με αυτά.

Ερευνητές από του Τμήμα Παιδιατρικής Νευρολογίας του Παιδιατρικού Νοσοκομείου Behcet Uz μελέτησαν συνολικά 223 παιδιά με νέας έναρξης, ελεγχόμενη επιληψία, καθένα εκ των οποίων υπεβλήθη σε μια 12μηνη αγωγή με κάποιο από τα ακόλουθα φάρμακα: φαινοβαρβιτάλη, βαλπροϊκό, καρβαμαζεπίνη, οξκαρβαμαζεπίνη ή λεβετιρακετάμη. Σε κάθε ασθενή, το ΑΕΦ χορηγούνταν ως μονοθεραπεία.

Πριν τη θεραπεία, και μετά από ένα χρονικά διάστημα ενός, έξι και 12 μηνών, οι ερευνητές έλεγξαν τα επίπεδα της ελεύθερης θυροξίνης και της ορμόνης διέγερσης του θυροειδή στον ορό. Βρήκαν ότι οι πλειονότητα των ΑΕΦ είχε «αρνητικές επιδράσεις στη θυροειδική λειτουργία», κάνοντας τις συγκεντρώσεις των δύο ορμονών είτε να αυξάνουν είτε να μειώνονται σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα.

Ωστόσο, οι ασθενείς που έλαβαν λεβετιρακετάμη δεν εμφάνισαν σημαντική αλλαγή των επιπέδων ελεύθερης θυροξίνης και της ορμόνης διέγερσης του θυροειδή, υποστηρίζοντας ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε παιδιά χωρίς παρενέργειες σχετικά με την θυροειδική λειτουργία.

Πηγή

Επιληπτογόνος δράση αντιεπιληπτικών φαρμάκων;

drugsΜια νέα μελέτη ρίχνει φως στο γιατί κάποια άτομα με επιληψία διαπιστώνουν ότι η λήψη φαρμάκων στην πραγματικότητα επιδεινώνει τις κρίσεις τους, παρά τις περιορίζει.

Ερευνητές του Baylor College of Medicine στο Houston του Τέξας υπέθεσαν ότι οι θεραπείες αυτές καταστέλλουν διάμεσους νευρώνες που αλλιώς θα βοηθούσαν στον περιορισμό μια επιβλαβούς νευρικής δραστηριότητας.

Για να ελέγξουν την υπόθεσή τους αυτή, χρησιμοποίησαν ποντικούς, που έφεραν μια μετάλλαξη σε χρωμόσωμα που προκαλεί συμπτώματα χαρακτηριστικά μιας αφαιρετικής κρίσης – που συνήθως είναι διάρκειας μικρότερης των 20 δευτερολέπτων και συχνά παραμένουν μη διαγνωσμένες – σε ανθρώπους. Οι ερευνητές χορήγησαν CPP και ΜΚ-801 – δύο χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται συνήθως με επιτυχία στην θεραπεία των μοντέλων αφαιρετικών κρίσεων μπλοκάροντας τους υποδοχείς NMDA στον εγκέφαλο.

Στα πειραματόζωα, ωστόσο, η θεραπεία επιδείνωνε σταθερά τις κρίσεις. Περαιτέρω ανάλυση αποκάλυψε ότι τα πειραματόζωα αυτά είχαν μια κοινή διαταραχή των διάμεσων νευρώνων του φλοιού, κάτι που σημαίνει πως οι ανασταλτικοί νευρώνες δεν ενεργοποιούνταν φυσιολογικά και βασιζόταν αποκλειστικά στους υποδοχείς NMDA για να λειτουργήσουν.

«[Τα ευρήματα] προσδιορίζουν έναν εξαρτώμενο από τους διάμεσους νευρώνες μηχανισμό για την επιδείνωση των παράδοξων κρίσεων στις αφαιρέσεις», καταλήγουν οι ερευνητές.

Πηγή

Σχέση προγεννητικής έκθεσης σε βαλπροϊκό οξύ και ασύμμετρης εγκεφαλικής ανάπτυξης

Η προγεννητική έκθεση σε βαλπροϊκό οξύ προκαλεί ασύμμετρη ανάπτυξη του εγκεφάλου που μπορεί να γίνει ορατή σε υψηλής ανάλυσης μαγνητικές τομογραφίες Τ1, όπως υποστηρίζουν για πρώτη φορά ερευνητές.

Τα ευρήματα παρέχουν μια δομική ερμηνεία για τις ήδη περιγραφόμενες γλωσσικές και διανοητικές διαταραχές σε παιδιά, των οποίων οι μητέρες λάμβαναν το φάρμακο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και υποστηρίζουν επίσης μια δοσοεξαρτώμενη επίδραση, δήλωσε η Amada Wood, PhD, που προς το παρόν εργάζεται στο Πανεπιστήμιο του Birmingham, στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά πραγματοποίησε την έρευνά της στο Πανεπιστήμιο Monash του Clayton, στην Αυστραλία. «Σίγουρα τα δεδομένα αυτά υποστηρίζουν πως χρειάζεται προσοχή στις γυναίκες για τις οποίες το βαλπροϊκό οξύ παραμένει η μόνη επιλογή», δήλωσε η Dr. Wood, που ανακοίνωσε τα ευρήματα στο 30ο Διεθνές Συνέδριο Επιληψίας.

Ωστόσο τα ευρήματα θα πρέπει να ερμηνευθούν προσεκτικά, σύμφωνα με τον Graeme Jackson, MD, καθηγητή νευρολογίας στο Ινστιτούτο Νευροεπιστήμης και Ψυχικής Υγείας Florey του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης στην Αυστραλία. «Δεν θέλουμε να δαιμονοποιήσουμε το βαλπροϊκό οξύ, γιατί είναι ένα καλό φάρμακο και ορισμένες γυναίκες πρέπει να παραμείνουν σε αυτό, καθώς μπορεί αλλιώς να αναγκαστούν να τερματίσουν την κύηση λόγω των κρίσεων, δήλωσε σε συνέντευξη. «Γενικά, η εμφάνιση ανωμαλιών παρατηρείται στις υψηλότερες δόσεις του φαρμάκου και αυτό επιβεβαιώνεται και στη μελέτη», πρόσθεσε. «Οι γλωσσικές αυτές διαταραχές είναι ελάσσονα ζητήματα – δεν σημαίνουν πως κάποιος από φυσιολογική νοημοσύνη καταλήγει σε διανοητική αναπηρία . Η μελέτη υποστηρίζει ξεκάθαρα πως πρέπει να κάνουμε πολλά για να ελαχιστοποιήσουμε τη χρήση βλαπροϊκού οξέος στις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας – και πως το μήνυμα έχει ήδη περάσει – αλλά δεν θέλουμε να διαμονοποιήσουμε το φάρμακο για τις γυναίκες που ήδη το λαμβάνουν».

Η μελέτη περιελάμβανε 16 παιδιά, μέσης ηλικίας 7,2 ετών, που είχαν εκτεθεί σε «σχετικά μέτρια» μέση δόσης 885 mg βαλπροϊκού οξέος ανά ημέρα σε όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, δήλωσε η Dr. Wood.

«Από την άποψη των γνωσιακών χαρακτηριστικών, η ομάδα αυτή ήταν σχετικά υψηλής λειτουργικότητας δεδομένων των όσων γνωρίζουμε», εξήγησε, ανακοινώνοντας ότι η μέση βαθμολογία στην Κλίμακα Full Scale Intelligence Quotient ήταν 96,3, με 5 συμμετέχοντες να ανήκουν στο «χαμηλό μέσο», αλλά όχι στα όρια της διανοητικής αναπηρίας. Χρησιμοποιήθηκε μαγνητική τομογραφία Τ1 υψηλής ανάλυσης για να εξεταστούν οι φλοιϊκές δομές των συμμετασχόντων συγκριτικά με 16 παιδιά-δείκτες αντιστοιχισμένα ως προς την ηλικία.

«Εξεπλάγην δικαιολογημένα όταν η ανάλυση ολοκληρώθηκε», σχολίασε η Dr. Wood. «Αυτό που βρήκαμε ήταν ένα αυξημένο πάχος φλοιού της αριστερής μετωπιαίας καλύπτρας στα άτομα που εκτέθηκαν σε βαλπροϊκό οξύ συγκριτικά με τους δείκτες. Γνωρίζουμε ότι στην ομάδα ελέγχου υπήρχε στην πραγματικότητα μεγαλύτερο πάχος φλοιού στην δεξιά παρά στην αριστερή μετωπιαία περιοχή. Αντιθέτως, τα παιδιά που εκτέθηκαν σε βαλπροϊκό οξύ δεν επέδειξαν παρόμοια χαρακτηριστικά και έτσι φαίνεται να υπάρχει μια παρέκκλιση στη συμμετρία του πάχους του φλοιού και εκεί καταλήξαμε σχετικά με την αύξηση του πάχους του φλοιού στην αριστερή μετωπιαία καλύπτρα σχετιζόμενη με το βαλπροϊκό οξύ».

Συγκρίνοντας το πάχος του φλοιού με συγκεκριμένες γλωσσικές διαταραχές, η μελέτης της Dr Wood έδειξε μια μη σημαντική τάση προς μια συσχέτιση μεταξύ αυξημένου πάχους αριστερού μετωπιαίου φλοιού στα παιδιά που εκτέθηκαν σε βαλπροϊκό οξύ και φτωχότερης απόδοσης στον Δείκτη Γλωσσικής Κατανόησης της Κλίμακας Νοημοσύνης Wechsler για Παιδιά. «Αν και είμαι η πρώτη που θα αναγνωρίσω ότι αυτό δεν αποτελεί σημαντικό αποτέλεσμα, υποδηλώνει σίγουρα πως υπάρχει μια σχέση μεταξύ του πάχους του φλοιού σε αυτή την αριστερή μετωπιαία περιοχή και η οποία είναι μη φυσιολογικά αυξημένη και στην απόδοση σε ένα μέτρο λεκτικής ικανότητας, υποδηλώνοντας πως όσο μεγαλύτερη είναι η αύξηση του πάχους του φλοιού τόσο χειρότερη θα είναι η έκβαση, δήλωσε.

Προηγούμενη δουλειά της ομάδα της Dr. Wood υποστήριζε μια δοσοεξαρτώμενη αρνητική επίδραση της προγεννητικής έκθεσης σε βαλπροϊκό οξύ στις λεκτικές ικανότητες και την μνήμη εργασίας (J Int Neuropsychol Soc. 2011;17:133-142 και Neurology. 2011;76:719-726). «Δεν νομίζω ότι αυτή η (νέα) μελέτη αναιρεί τις παλαιότερες διαταραχές στην επεξεργασία της γλώσσας που παρουσιάσαμε στη δημοσίευσή μας στο Neurology, αλλά τα πιο σοβαρά επηρεασμένα παιδιά απλά δεν συμμετείχαν σε αυτή την υπομελέτη απεικόνισης», δήλωσε η Dr. Wood. «Έτσι υποπτεύομαι ότι η έλλειψη στατιστικής σημαντικότητας στη σχέση λεκτικής ικανότητας/πάχους φλοιού οφείλεται στην χαμηλή ισχύ για την ανίχνευσή της».

Εξετάζοντας τις επιδράσεις της δόσης, η μελέτη δεν βρήκε κάποια δοσοεξαρτώμενη επίδραση στο πάχος του αριστερού φλοιού. Ωστόσο, υπήρχε μια σημαντική σχέση μεταξύ της μέσης δόσης βαλπροϊκού οξέος κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και του πάχους του δεξιού φλοιού, δήλωσε. «Η συσχέτιση της δόσης με τον δεξιό μετωπιαίο φλοιό είναι ενδιαφέρουσα», σχολίασε στη συνέντευξη. «Προς το παρόν είναι δύσκολο να υποθέσουμε τη βάση της σχέσης αυτής και πραγματικά πρέπει να εξετάσουμε τα ζητήματα αυτά σε μια ομάδα, όπου θα μπορούμε να διαχωρίσουμε πιο αξιόπιστα την υψηλή από την χαμηλή δόση».

Σχολιάζοντας τη μελέτη αυτή, ο Dr Jackson δήλωσε «φαίνεται ότι στην ομάδα ελέγχου υπάρχει ένας περιορισμός στο αριστερό ημισφαίριο και ότι στην ομάδα του βαλπροϊκού οξέος ο περιορισμός αυτός δεν υπάρχει. Και γνωρίζουμε ότι το πάχος του αριστερού μετωπιαίου φλοιού σχετίζεται με την λεκτική κατανόηση».

Ο Dr. Jackson έχει ο ίδιος μελετήσει τις επιδράσεις του βαλπροϊκού οξέος στις φλοιικές δομές και πρόσφατα ανακοίνωσε σημαντικά μειωμένο πάχους φλοιού του βρεγματικού λοβού σε ασθενείς με επιληψία που λαμβάνουν το φάρμακο αυτό (Neurology. 2013;80:1895-1900) Υποστηρίζει ότι τα απεικονιστικά ευρήματα της Dr. Wood ενισχύουν τα δικά του. «Χρειάζεται πάντοτε να κατανοούμε τον μηχανισμό, γιατί μόλις το κάνουμε, κάποιοι ικανοί άνθρωποι μπορούν να σκεφτούν τρόπους για να τον επιδιορθώσουν. Αν δεν ξέρεις γιατί συμβαίνει είναι δύσκολο να το φτιάξεις».

Ενώ η Dr Wood συμφωνεί με τον Dr Jackson πως το βαλπροϊκό οξύ δεν πρέπει να δαιμονοποιηθεί, τονίζει ότι ορισμένα παιδιά προσβάλλονται σοβαρά, με δια βίου συνέπειες για αυτά και τις οικογένειές τους. «Κύριος προβληματισμός μου είναι ότι κατανοούμε τους μηχανισμούς που υπόκεινται των μακροχρόνιων επιδράσεων έτσι ώστε να επιτρέψουμε στις γυναίκες και τους θεράποντες ιατρούς τους να λαμβάνουν ενημερωμένες αποφάσεις. Είναι πολύ σημαντικό, το μήνυμα  αυτό να δοθεί με ήρεμο τρόπο. Οι συνέπειες του να μην λαμβάνουν οι γυναίκες τα φάρμακά τους μπορεί να είναι τρομερές και ελπίζω ότι θα βοηθήσουμε τις γυναίκες και ότι δεν θα περιπλέξουμε επιπλέον τις αποφάσεις τους, δήλωσε.

Πηγή: http://www.medscape.com/viewarticle/807004

Ασφαλής η ζονισαμίδη σε ηλικιωμένους ασθενείς

Το αντιεπιληπτικό φάρμακο ζονισαμίδη (εμπορικό όνομα Zonegran) φαίνεται ότι είναι ασφαλές και καλά ανεκτό σε ηλικιωμένα άτομα με επιληψία, σύμφωνα με μια νέα μελέτη Αυστριακών επιστημόνων. Η ζονισαμίδη είναι ένα αντιεπιληπτικό φάρμακο που λαμβάνεται με τη μορφή κάψουλας και βοηθάει στην σταθεροποίηση της ηλεκτρικής δραστηριότητας στον εγκέφαλο, μειώνοντας την πιθανότητα κρίσεων.Χρησιμοποιείται ως επιπρόσθετη θεραπεία σε ενήλικες με εστιακές κρίσεις με ή χωρίς δευτεροπαθή γενίκευση (κρίσεις που προσβάλλουν ολόκληρο τον εγκέφαλο).  Η θεραπεία συνήθως χορηγείται με προσοχή μόνο στους ηλικιωμένους, καθώς η δόση μπορεί να χρειάζεται προσαρμογή. Επιπλέον, τα ηλικιωμένα άτομα μπορεί να έχουν αυξημένο κίνδυνο αλλεργικών αντιδράσεων, δερματικών εξανθημάτων, οιδημάτων ποδιών και κνησμού κατά τη χρήση της ζονισαμίδης.

Ερευνητές του Ιατρικού Πανεπιστημίου Paracelsus στο Σαλτσμπουργκ της Αυστρίας διεξήγαγαν πρόσφατα μια έρευνα για να διασαφηνίσουν την ασφάλεια και την ανοχή των ηλικιωμένων ασθενών στην ζονισαμίδη. Ανέλυσαν κλινικά δεδομένα 95 ασθενών, ηλικία άνω των 65 ετών, με εστιακές κρίσεις που λάμβαναν ζονισαμίδη ως μονοθεραπεία ή παράλληλα με άλλο αντιεπιληπτικό φάρμακο. Οι ασθενείς αυτοί συγκρίθηκαν με 1389 νεότερους ενήλικες (ηλικίας 18 έως 65 ετών) για να παρατηρηθεί αν υπήρχαν διαφορές στη συχνότητα των ανεπιθύμητων παρενεργειών ή αλλαγές του βάρους.

Συνολικά, οι ερευνητές βρήκαν ότι οι συχνότητες των ανεπιθύμητων παρενεργειών που σχετιζόταν με την αγωγή ήταν στην πραγματικότητα χαμηλότερες στα ηλικιωμένα άτομα (56%) από ότι στους νεότερους ενήλικες (73%). Οι ηλικιωμένοι ασθενείς ήταν επίσης λιγότερο πιθανό να εμφανίσουν σοβαρές παρενέργειες ή να σταματήσουν την λήψη της ζονισαμίδης. Μια σειρά παρενεργειών ήταν συχνότερη στους ηλικιωμένους, περιλαμβανομένης της κόπωσης, των κρυολογημάτων, της δυσκοιλιότητας και του κνησμού. Τρεις ασθενείς πέθαναν κατά την περίοδο της μελέτης, περιλαμβανομένου ενός που ο θάνατός του θεωρήθηκε ότι σχετιζόταν με την αγωγή. Παρενέργειες που οδήγησαν στην διακοπή της αγωγής μεταξύ των ηλικιωμένων ατόμων ήταν η ζάλη, οι κεφαλαλγίες, η υπνηλία και η σύγχυση. Δε παρατηρήθηκαν σημαντικές αλλαγές βάρους στους ηλικιωμένους που χρησιμοποιούσαν ζονισαμίδη.

Κατά την δημοσίευση των ευρημάτων τους στο περιοδικό Acta Neurologica Scandinavica, οι ερευνητές παρατηρούν ότι η μελέτη τους δεν ανίχνευσε νέα ή απροσδόκητα ζητήματα ασφαλείας σχετικά με το φάρμακο. Κατέληγαν ισχυριζόμενοι: «Η ζονισαμίδη επέδειξε ένα ευνοϊκό προφιλ ασφάλειας/ανεκτικότητας στους ηλικιωμένους ασθενείς».  [1]

Πηγή:  [1]  http://www.epilepsyresearch.org.uk/zonisamide-safe-for-older-patients/

Ασθενείς και κατανόηση των φαρμάκων

Σε μια έρευνα της Royal Pharmaceutical Society (RPS) παρατηρήθηκε ότι υπάρχει εκτεταμένη άγνοια για τα πιθανά προβλήματα που σχετίζονται με τη λήψη φαρμάκων. Σε αυτή βρέθηκε ότι μόνο το 49% των ερωτηθέντων γνώριζαν για τις παρενέργειες των φαρμάκων, πριν ξεκινήσουν τη λήψη τους, ενώ μόνο το 44% δήλωσε πως θα ελέγξει πώς το νέο φάρμακο μπορεί να αλληλεπιδράσει με τα φάρμακα που ήδη λαμβάνει, ενώ το 42% υποστήριξε πως πάντα διαβάζει τις πληροφορίες για τον ασθενή. Η κατάσταση ήταν ακόμα χειρότερη για τα άτομα εκείνα που λάμβαναν αγωγή με βότανα, αφού μόνο το 10% ερευνά το πώς αυτά μπορεί να αλληλεπιδράσουν με τα νέο φάρμακο.

Τα άτομα με μακροχρόνιες ασθένειες, όπως η επιληψία, είναι αυτά που επηρεάζονται περισσότερο, καθώς τα άτομα αυτά συχνά λαμβάνουν περισσότερα από ένα είδη φαρμάκων, προκειμένου να διαχειριστούν την κατάστασή τους, μαζί με φάρμακα για άλλες ασθένειες που ενδέχεται να αντιμετωπίζουν.

Η Royal Pharmaceutical Society (RPS) αναφέρει ότι οι συνέπειες από τη λήψη των φαρμάκων που αλληλεπιδρούν αρνητικά με άλλα φάρμακα μπορεί να είναι σοβαρές. Σημείωσε πως οι μελέτες έχουν δείξει, ότι πάνω από το 70% των εισαγωγών σε νοσοκομεία που σχετίζονται με ανεπιθύμητες αντιδράσεις σε φάρμακα μπορούν να αποφευχθούν. Άλλες έρευνες δείχνουν ότι τα άτομα σε ποσοστό 30-50% δεν λαμβάνουν τα φάρμακά τους όπως τους έχει συσταθεί.

 Σχολιάζοντας την κατάσταση, ο φαρμακοποιός Paul Johnson, δήλωσε: «Αν οι ασθενείς δεν κατανοούν καλά τα φάρμακα, μπορεί να αρρωστήσουν σοβαρά ή επιδεινωθούν. Το να παίρνουμε λάθος δόση σε λάθος χρόνο ή να χρησιμοποιούμε φάρμακα ή θεραπείες που αλληλεπιδρούν αρνητικά μεταξύ τους ή να σταματήσουμε τελείως ένα φάρμακο εξαιτίας των ανεπιθύμητων ενεργειών μπορεί να έχει σημαντικές συνέπειες στην υγεία των ατόμων». Σημείωσε πως οι άνθρωποι που έχουν ανάγκη από φαρμακευτική αγωγή για όλη τους τη ζωή, όπως τα άτομα με επιληψία, μπορεί να υποπέσουν σε «κακές συνήθειες» με την πάροδο του χρόνου, ενώ στην αρχή ακολουθούσαν αξιόπιστα τις προφορικές οδηγίες.

Μια άλλη συνέπεια των προβλημάτων με τα φάρμακα είναι η σπατάλη, ιδίως όσον αφορά το οικονομικό κόστος στο ΕΣΥ.

Ωστόσο υπάρχουν πράγματα τα οποία μπορούν να κάνουν τα άτομα με επιληψία ώστε να βοηθήσουν τον εαυτό και σε αυτό μπορούν να τους κατευθύνουν οι γιατροί που τους παρακολουθούν δίνοντάς τους πληροφορίες για την αγωγή που λαμβάνουν. [1]

 

Πηγή:   [1]  http://www.epilepsyresearch.org.uk/patients-need-better-understanding-of-meds/

Το βαλπροϊκό οξύ στην εγκυμοσύνη και η σχέση του με τον αυτισμό

Οι γυναίκες με επιληψία  που λαμβάνουν την ουσία βαλπροϊκό οξύ (Depakine) κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να αποκτήσουν παιδιά με αυτισμό και άλλα αναπτυξιακά προβλήματα, σύμφωνα με μια βρετανική έρευνα. Το βαλπροϊκό οξύ μπορεί να χορΤοηγείται σε άτομα με επιληψία, ψυχιατρικές διαταραχές και ημικρανία. Άλλες μελέτες έχουν δείξει πως η χρήση του κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να συνδεθεί με γενετικές ανωμαλίες, και πιο πρόσφατα, με χαμηλό IQ σε παιδιά σχολικής ηλικίας. Η Αμερικανική Ακαδημία Νευρολογίας συμβουλεύει τις γυναίκες να μην λαμβάνουν το φάρμακο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και κάποιοι ειδικοί πιστεύουν πως δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ούτε και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας.

«Οι γυναίκες για τις οποίες το βαλπροϊκό οξύ είναι μια θεραπευτική επιλογή πρέπει να συζητήσουν τους κινδύνους και τα οφέλη του φαρμάκου με τον γιατρό τους, ώστε να εξασφαλιστεί η βέλτιστη υγεία του παιδιού» δηλώνει η Rebecca Bromley, κλινική ψυχολόγος και επιστημονικός συνεργάτης στο Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ, η οποία ηγείται της νέας μελέτης.  «Ο προγραμματισμός μιας εγκυμοσύνης θα πρέπει να γίνεται σε συνεργασία πάντα με το γιατρό για τις γυναίκες που λαμβάνουν αντιεπιληπτικά φάρμακα» προσθέτει. «Επιπλέον δε πρέπει να αλλάξουν την αγωγή τους χωρίς τη συγκατάθεση του γιατρού τους».

Τα στοιχεία δείχνουν πως η βλάβη στο έμβρυο εμφανίζεται πολύ νωρίς στην εγκυμοσύνη, σύμφωνα με τη μελέτη.

Για τη μελέτη, η οποία δημοσιεύτηκε στις 30 Ιανουαρίου στο περιοδικό Journal of Neurology, Neurosurgery & Psychiatry, η ομάδα της Rebecca Bromley συνέλεξε στοιχεία από περισσότερες από 500 γυναίκες μεταξύ του 2000 και του 2004. Περίπου οι μισές από αυτές έπασχαν από επιληψία, αλλά μόνο 34 από αυτές λάμβαναν αγωγή για τον έλεγχο των κρίσεων. Στα φάρμακα που πήραν συμπεριλαμβάνονται η καρβαμαζεπίνη, το βαλπροϊκό οξύ και η λαμοτριγίνη, σημειώνουν οι ερευνητές.

Από τα 415 παιδιά για τα οποία υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεία, 19 είχαν διαγνωστεί με αναπτυξιακό πρόβλημα από την ηλικία των 6 ετών. Τρία από αυτά είχαν επίσης μια σωματική αναπηρία. Δώδεκα από αυτά τα παιδιά παρουσίασαν διαταραχές που ανήκουν στο φάσμα του αυτισμού και ένα από αυτά παρουσίασε επίσης Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ADHD), όπως διαπίστωσαν οι ερευνητές. Τρία παιδιά παρουσίασαν μόνο ADHD και τέσσερα δυσπραξία, μια κατάσταση που προκαλεί κακό σωματικό συντονισμό και αδεξιότητα.

Αυτά τα νευροαναπτυξιακά προβλήματα ήταν πολύ πιο συχνά μεταξύ των παιδιών των οποίων οι μητέρες είχαν επιληψία (7,46%) σε σχέση με εκείνα των οποίων οι μητέρες δεν είχαν (1,87%). Επίσης πιο συχνή ήταν η εμφάνισή τους στα παιδιά των οποίων οι μητέρες λάμβαναν βαλπροϊκό οξύ είτε μόνο του είτε σε  συνδυασμό με άλλα φάρμακα σημειώνουν οι συγγραφείς στη μελέτη τους. Το 12% των παιδιών των οποίων οι μητέρες έλαβαν βαλπροϊκό εμφάνισαν αναπτυξιακά προβλήματα, όπως και το 15% των παιδιών που οι μητέρες τους έλαβαν βαλπροϊκό σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα, αναφέρουν οι ερευνητές. Επίσης, η πιθανότητα νευροαναπτυξιακής διαταραχής φαίνεται να αυξάνεται όταν οι δόσεις βαλπροϊκού οξέος είναι υψηλότερες. Συνολικά, τα παιδιά που εκτίθενται σε βαλπροϊκό οξύ, μόνο ή σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα, είχαν 6 και 10 φορές αντίστοιχα περισσότερες πιθανότητες να διαγνωστούν με ένα αναπτυξιακό πρόβλημα, σε σύγκριση με τα παιδιά των οποίων οι μητέρες δεν είχαν επιληψία, δήλωσαν οι συγγραφείς της μελέτης. Επιπλέον, τα αγόρια είχαν τρεις φορές περισσότερες πιθανότητες να διαγνωσθούν με μια αναπτυξιακή διαταραχή από ότι τα κορίτσια. Τα παιδιά με αυτισμό αντιμετωπίζουν προβλήματα με την επικοινωνία και την κοινωνική αλληλεπίδραση, και οι επιπτώσεις αυξάνονται.

Η Rebecca Bromley δήλωσε πως θα ‘θελε να συνεχίσει την έρευνά της σε μεγαλύτερες μελέτες.Τα παιδιά που εκτίθενται στο βαλπροϊκό οξύ ενώ βρίσκονται στη μήτρα θα πρέπει να παρακολουθούνται, λένε οι συγγραφείς. Ωστόσο, η κ. Bromley τονίζει πως δεν είναι απαραίτητο ότι θα επηρεαστεί το κάθε παιδί. Η έκθεση στο φάρμακο συνδέεται με την αύξηση του επιπέδου κινδύνου, αλλά ακόμα δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τι συμβαίνει πίσω από τη σύνδεση αυτή.

Άλλοι εμπειρογνώμονες δήλωσαν πως το βαλπροϊκό οξύ είναι πολυχρησιμοποιημένο. «Υπάρχουν πολλές γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, οι οποίες χρησιμοποιούν βαλπροϊκό οξύ, ίσως περισσότερες από όσες θα έπρεπε», είπε ο Δρ. Kimford Meador, καθηγητής Νευρολογίας στο Emory University School of Medicine στην Ατλάντα. Το βαλπροϊκό οξύ είναι γνωστό για την αύξηση των γενετικών ανωμαλιών σε υψηλές δόσεις είπε ο Δρ. Meador. «Είναι το αντιεπιληπτικό φάρμακο που έχει τον μεγαλύτερο κίνδυνο για αναπτυξιακές διαταραχές. Έχουμε πολλές εναλλακτικές σε φάρμακα που μπορούν να δοκιμαστούν», είπε.

Μόνο το ήμισυ των συνταγογραφήσεων για βαλπροϊκό οξύ στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι για  επιληψία, οι υπόλοιπες είναι για ψυχιατρικές διαταραχές και ημικρανίες σημείωσε. Ο Δρ. Orrin Devinsky, διευθυντής του κέντρου επιληψίας NYU Langone Medical Center στη Νέα Υόρκη, συμφώνησε πως η χρήση του θα πρέπει να είναι περιορισμένη. «Ο αυξημένος κίνδυνος για κακά νευροαναπτυξιακά αποτελέσματα, συμπεριλαμβανομένου και του αυτισμού, θα πρέπει να εξεταστούν υπό το φως του ομοίως αυξημένου κινδύνου μειζόνων συγγενών δυσπλασιών» είπε ο Δρ. Devinsky. Επίσης τόνισε πως οι γιατροί στις περιπτώσεις γυναικών σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να χορηγούν βαλπροϊκό όταν κρίνουν πως είναι πραγματικά απαραίτητο. [1]

Πηγή:  1. http://epilepsyu.com/blog/epilepsy-drug-in-pregnancy-linked-to-autism-risk-in-study/

Προοδευτική απώλεια όρασης και βιγκαμπαντρίνη

Νέα επιστημονικά ευρήματα συνδέουν την αντιεπιληπτική ουσία βιγκαμπαντρίνη με προοδευτική απώλεια όρασης. Μια έρευνα απέδειξε πως παρατηρείται απώλεια του οπτικού πεδίου στο 45% των ατόμων που έλαβαν το φάρμακο αυτό μετά από ιατρική συνταγή. Τα στοιχεία που υποστηρίζουν πως το φάρμακο μπορεί να έχει μια προοδευτική επίπτωση στην όραση έρχονται μετά από προηγούμενη έρευνα που υποστήριζε το αντίθετο. Ωστόσο, οι ερευνητές συμφωνούν πως οι μελετούμενες ομάδες δεν παρακολουθήθηκαν αρκετά για να αποκαλυφθεί κάποια σχέση.

Στην μελέτη αυτή, που δημοσιεύθηκε στο Epilepsy Research, οι ερευνητές διάλεξαν 14 άτομα που λάμβαναν βιγκαμπαντρίνη από μια ομάδα ασθενών που είχαν εκτεθεί στην ουσία αυτή. Οι συμμετέχοντες υπεβλήθησαν σε αρκετές εξετάσεις οπτικών πεδίων με χρήση περιμέτρου Goldmann. Αποκαλύφθηκε πως αυτοί που λάμβαναν την αντιεπιληπτική αγωγή ήταν πιθανότερο να εμφανίσουν μείωση των οπτικών πεδίων όσο αυξανόταν η έκθεση στη βιγκαμπαντρίνη. Οι ερευνητές αναφέρουν την ανάγκη για μεγαλύτερες έρευνες που θα αποκαλύψουν περισσότερες λεπτομέρειες για τη σχέση αυτή. [1]

Πηγή: [1] http://www.epilepsyresearch.org.uk/anti-epileptic-drug-vigabatrin-may-cause-progressive-vision-loss/

Καρδιακες αρρυθμιες σε ληψη Vimpat

Η Λακοσαμίδη (Vimpat, UCB Pharma, Smyrna, GA, USA) αποτελεί ένα από τα νεότερα αντιεπιληπτικά, που εγκρίθηκε το 2009 από τις υεύθυνες Αμερικανικές και Ευρωπαϊκές υπηρεσίες ως συμπληρωματική θεραπεία εστιακών και δευτερογενών γενικευόμενων επιληπτικών κρίσεων. Αν και σχετικά ασφαλές φάρμακο, η εμπειρία από τη χρήση του είναι ακόμα λίγων ετών και η ιατρική κοινότητα θα πρέπει να παραμένει σε εγρήγορση για πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου.

Ένα τέτοιο περιστατικό αναφέρθηκε πρόσφατα από το Εθνικό Νοσοκομείο Νευρολογία και Νευροχειρουργικής του Λονδίνου. Επρόκειτο για μια 49χρονη γυναίκα με ανθεκτικές εστιακές επιληπτικές κρίσεις, που εμφάνιζε φλοιώδη δυσπλασία τηςα ρ ιστερής κάτω μετωπιαίας έλικας.  Η ασθενής αρχικά λάμβανε λεβετιρακετάμη, καρβαμαζεπίνη και ζονισαμίδη. Λόγω μη καλού ελέγχου των κρίσεων, οι θεράποντες αποφάσισαν να αντικαταστήσουν την ζονισαμίδη με λακοσαμίδη, παρατηρώντας σημαντική μείωση της συχνότητας των κρίσεων. Λόγω της καλής απάντησης της ασθενούς αύξησαν τη λακοσαμίδη στα 500 mg/ημέρα. Ωστόσο, παρατήρησαν σε ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) εμφάνιση διαλειπόντων φλεβοκομβικών παύσεων με κομβικό ρυθμό διαφυγής, χωρίς συμπτώματα από την ασθενή και με ελεύθερο καρδιολογικό ιστορικό. Αν και η ασθενής έπασχε από υποθυρεοειδισμό, λάμβανε αγωγή και ήταν καλά ρυθμισμένη.  Καθώς δεν βρέθηκε άλλη αιτία των αρρυθμιών αποφασίστηκε η διακοπή της λακοσαμίδης. Σε νέο ΗΚΓ μετά τη διακοπή της λακοσαμίδης παρατηρήθηκαν επεισόδια μακρών φλεβοκομβικών παύσεων, σύντομων φλεβοκομβικών παύσεων με κομβικό ρυθμό διαφυγής, φλεβοκομβική βραδυκαρδία και ταχυκαρδία και πολυεστιακοί έκτοποι κοιλιακοί παλμοί. Το ΗΚΓ έγινε φυσιολογικό 4 ημέρες αργότερα.

Λόγω της υποτροπής και της επιδείνωσης της βαρύτητας των κρίσεων με την διακοπή της λακοσαμίδης  αποφασίστηκε η εκ νέου χορήγηση λακοσαμίδης σε χαμηλή δόση. Ωστόσο, νέο ΗΚΓ έδειξε διαλείπουσα ασυστολία, οπότε και η λακοσαμίδη διακόπηκε οριστικώς.

Όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς, πρόκειται για πρώτη αναφορά φλεβοκομβικής δυσλειτουργίας οφειλόμενης στη λακοσαμίδη. Σύμφωνα με αυτούς, η δράση της λακοσαμίδης στους τασεο-εξαρτώμενος υποδοχείς νατρίου ενισχύοντας τη βραδεία απενεργοποίησή τους, μπορεί να ερμηνεύσει το παραπάνω περιστατικό. Άλλωστε, έχει αναφερθεί παράταση του διαστήματος PR σε προκλινικές δοκιμές της λακοσαμίδης, καθώς και πλήρης κολποκοιλιακός αποκλεισμός σε ασθενή με πολλαπλές συνυπάρχουσες νόσους και σε υψηλή δόση λακοσαμίδης. Επίσης έχουν αναφερθεί στη βιβλιογραφία δευτέρου βαθμού κολποκοιλιακός αποκλεισμός και πρόκληση κολπικής μαρμαρυγής.

Αν και όλοι οι παραπάνω ασθενείς λάμβαναν και άλλα φάρμακα που επίσης δρουν στους διαύλους νατρίου, προκαλώντας μια πιθανή συνέργεια, δεν έχει αποδειχθεί  αυξημένος κίνδυνος σε συνδυασμό τέτοιων φαρμάκων. Ωστόσο, οι ασθενείς που εμφάνισαν τις παραπάνω παρενέργειες έπασχαν και από άλλες νόσους, οδηγώντας ίσως έτσι σε μια αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης παρενεργειών, όπως σημειώνουν οι συγγραφείς.[1]

Ως νέο φάρμακο, είναι σημαντικό να παραμένουμε σε εγρήγορση για πιθανές παρενέργειες και φαίνεται πως είναι σημαντικό να παρακολουθούμε την καρδιακή λειτουργία ακόμα και σε ασυμπτωματικούς ασθενείς, ιδιαίτερα αν αυτοί έχουν αρχικά βραδυκαρδικό ρυθμό.

1.            Chinnasami, S., C. Rathore, and J.S. Duncan, Sinus node dysfunction: An adverse effect of lacosamide. Epilepsia, 2013.